Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

MEPC 84: Από την “αποχή” στη σύγκλιση με το “μπλοκ της καθυστέρησης” – η Ελλάδα σε μια επικίνδυνη γεωπολιτική τροχιά


Η συνεδρίαση MEPC 84 του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, αυτές τις μέρες, δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς να επιστρέψουμε στο σημείο καμπής του Οκτωβρίου 2025. Τότε, στην έκτακτη σύνοδο (MEPC/ES.2), η διαδικασία υιοθέτησης του Net-Zero Framework ανεστάλη για έναν χρόνο. Δεν ήταν μια τεχνική καθυστέρηση. Ήταν ένα διεθνές πολιτικό γεγονός υψηλής έντασης, που αποκάλυψε νέες γεωπολιτικές γραμμές μέσα στη διεθνή ναυτιλία.

Και σε αυτό το σημείο, η Ελλάδα δεν ήταν απλός παρατηρητής.

Η αποχή της Ελλάδας –μαζί με την Κύπρο– από την ψηφοφορία για την αναβολή αποτέλεσε την πρώτη σαφή ρήξη της ευρωπαϊκής ενότητας σε αυτό το ζήτημα. Τη στιγμή που με αποφάσεις της η ΕΕ τάχθηκε κατά της αναβολής, η ελληνική στάση λειτούργησε αντικειμενικά υπέρ του αποτελέσματος που επιδίωκαν οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία και άλλες πετρελαιοπαραγωγικές δυνάμεις: την καθυστέρηση του πλαισίου.

Αυτό δεν είναι ερμηνεία. Είναι γεγονός: η αναβολή πέρασε με συμμαχία κρατών που περιλάμβανε τις ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία, τη Ρωσία και άλλα κράτη με έντονη αντίθεση στην τιμολόγηση άνθρακα.

Η Ελλάδα δεν ψήφισε υπέρ αυτής της γραμμής. Όμως η αποχή της είχε πολιτικό αποτέλεσμα: συνέβαλε στη διάρρηξη της ευρωπαϊκής συνοχής και κατέστησε εφικτή μια νέα γεωπολιτική ισορροπία.

Αυτό είναι το σημείο εκκίνησης για να κατανοήσουμε το MEPC 84.

Σήμερα, η σύνοδος εξελίσσεται υπό το βάρος εκείνης της απόφασης. Ο ίδιος ο IMO αναγνωρίζει ότι οι συζητήσεις για το Net-Zero Framework «ανεστάλησαν» και τώρα επιχειρείται η επανεκκίνησή τους. Όμως το πολιτικό τοπίο έχει αλλάξει. Οι συμμαχίες έχουν αναδιαταχθεί. Και το βασικό ερώτημα δεν είναι πια μόνο τεχνικό – είναι βαθιά γεωπολιτικό.

Διότι πλέον συγκρούονται δύο διαφορετικά μοντέλα:

Από τη μία, το ευρωπαϊκό – που επιδιώκει ένα παγκόσμιο πλαίσιο με οικονομικά εργαλεία, ώστε να δημιουργηθεί σαφές σήμα μετάβασης.

Από την άλλη, ένα ετερογενές αλλά ισχυρό μπλοκ χωρών που αντιτίθενται σε κάθε μορφή παγκόσμιας τιμολόγησης άνθρακα και επιδιώκουν είτε την καθυστέρηση είτε την αποδυνάμωση του πλαισίου.

Σε αυτή τη διαίρεση, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται πλέον ως σαφής φορέας της πρώτης επιλογής.

Αντιθέτως, η στάση της τα τελευταία χρόνια δείχνει μια μετατόπιση. Στο MEPC 83 στήριξε το πλαίσιο. Στο MEPC/ES.2 επέλεξε αποχή στην κρίσιμη στιγμή της αναβολής. Και σήμερα, ενόψει MEPC 84, η ναυτιλιακή της εκπροσώπηση απορρίπτει το Net-Zero Framework ως «μη κατάλληλη λύση», επικαλούμενη τον «ρεαλισμό».

Η συνέχεια είναι σαφής. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές κινήσεις, αλλά για μια συνεκτική πορεία.

Και εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα: η επίκληση του «ρεαλισμού».

Όπως έχει ήδη αναλυθεί και σε προηγούμενες παρεμβάσεις (βλ. δημοσιεύσεις μας Οκτώβριος και Δεκέμβριος 2025, Ιανουάριος 2026), ο «ρεαλισμός» αυτός εμφανίζεται ως τεχνοκρατική αναγκαιότητα. Στην πράξη όμως λειτουργεί διαφορετικά.

Διότι ενώ διακηρύσσεται η ανάγκη για παγκόσμια λύση, απορρίπτονται τα εργαλεία που καθιστούν αυτή τη λύση εφικτή. Ενώ προβάλλεται η ανάγκη αποφυγής κατακερματισμού, υπονομεύεται το μόνο πλαίσιο που μπορεί να τον αποτρέψει. Ενώ ζητείται επενδυτική ασφάλεια, απορρίπτεται το βασικό εργαλείο που δημιουργεί προβλέψιμο οικονομικό σήμα.

Με άλλα λόγια: άλλα διακηρύσσονται – και αλλού οδηγούν.

Η αντίφαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν εξεταστεί υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών επιλογών.

Η Ελλάδα, ως κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη και κράτος-μέλος της ΕΕ, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα: να συμβάλει σε έναν συμβιβασμό που να συνδυάζει περιβαλλοντική φιλοδοξία και οικονομική βιωσιμότητα.

Αντί αυτού, η πρακτική της στάση την τοποθετεί –έστω και άτυπα– πιο κοντά σε χώρες που επιδιώκουν την αποδυνάμωση του πλαισίου. Η αποχή του 2025, η ρητορική περί «μη κατάλληλης λύσης» και η επιμονή στην αποφυγή οικονομικών μέτρων συνιστούν μια μορφή σύγκλισης με το λεγόμενο «μπλοκ της καθυστέρησης».

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα στο κρίσιμο ζήτημα της τιμολόγησης άνθρακα, οι θέσεις τους συγκλίνουν λειτουργικά με τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία…

Και αυτό έχει συνέπειες.

Πρώτον, για τη θέση της χώρας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόκλιση από τη συλλογική ευρωπαϊκή γραμμή δεν είναι απλώς διπλωματικό ζήτημα. Αφορά τη συνοχή της ευρωπαϊκής πολιτικής σε έναν κρίσιμο τομέα και έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.

Δεύτερον, για τη διεθνή εικόνα της ελληνικής ναυτιλίας. Από δυνητικός ηγέτης της μετάβασης, κινδυνεύει να καταγραφεί ως δύναμη επιβράδυνσης.

Τρίτον, για την ίδια την αποτελεσματικότητα της μετάβασης. Η καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη. Όπως δείχνουν οι εξελίξεις, οδηγεί σε έναν κατακερματισμένο κόσμο πολλαπλών ρυθμίσεων, όπου περιφερειακά σχήματα –όπως το EU ETS– θα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα.

Το MEPC 84 δεν θα δώσει απαραίτητα οριστική απάντηση. Μπορεί να οδηγήσει σε νέα αναβολή, σε αποδυνάμωση του πλαισίου ή, λιγότερο πιθανό αλλά όχι αδύνατο, σε έναν δύσκολο συμβιβασμό.

Όποια κι αν είναι η κατάληξη, όμως, ένα πράγμα είναι ήδη σαφές: η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι βρίσκεται «ανάμεσα» στα στρατόπεδα.

Οι επιλογές της την τοποθετούν.

Και το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτή η τοποθέτηση ανταποκρίνεται στις μακροπρόθεσμες στρατηγικές της χώρας ή αν αποτελεί μια βραχυπρόθεσμη προσαρμογή σε πιέσεις που, τελικά, θα αποδειχθούν πιο κοστοβόρες από τις λύσεις που σήμερα απορρίπτονται.

Διότι στην πολιτική –και ιδίως στη γεωπολιτική– η αποχή δεν είναι ουδέτερη πράξη.

Είναι επιλογή γεωστρατηγικού χαρακτήρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου