Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Ελευσίνα: Υποπαραχώρηση χωρίς ωρίμανση. “Μαθητευόμενοι μάγοι” και αναγκαστική προσαρμογή


1. Από τη “φωτογραφική” προσέγγιση στην υποπαραχώρηση

Η περίπτωση του λιμένα Ελευσίνας παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα —αν όχι διδακτική— μεταβολή. Από τις πρώιμες προσεγγίσεις που θύμιζαν περισσότερο διοικητικό αυτοσχεδιασμό, όπως είχε επισημανθεί και στο προηγούμενο σχετικό άρθρο μας στη Μεταρρύθμιση περί «μαθητευόμενων μάγων», έχουμε οδηγηθεί πλέον σε μια εμφανή μετατόπιση: από τη νομοθετική διευκόλυνση συγκεκριμένων επιχειρηματικών σχημάτων προς ένα σχήμα υποπαραχώρησης δραστηριοτήτων, που προσεγγίζει κάπως το ευρωπαϊκό landlord model παραχωρήσεων επί μέρους λιμενικών δραστηριοτήτων, το οποίο —σε αντίθεση με την ολική παραχώρηση— διασφαλίζει στρατηγικό έλεγχο, ρυθμιστική συνοχή και ευελιξία ανάπτυξης.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για θεσμική ωρίμανση. Πρόκειται όμως απλώς περί μιας ακόμη επιβεβαίωσης του διαχρονικού αξιώματος ότι «ανάγκας και θεοί πείθονται». Διότι η μετατόπιση αυτή δεν φαίνεται να προέκυψε από εσωτερική στρατηγική αναθεώρηση των παραγόντων λήψης αποφάσεων επί της εθνικής λιμενικής πολιτικής, αλλά από τη συσσώρευση περιορισμών —θεσμικών, χρηματοδοτικών και, πλέον, ευρωπαϊκών.


2. Η πρόωρη “επενδυτική αφήγηση” για ένα “ανώριμο project” που ακόμη αναζητεί τις προϋποθέσεις υλοποίησής του

Στην περίπτωση της Ελευσίνας, παρατηρείται για ακόμη μία φορά η αντιστροφή της ορθολογικής ακολουθίας σχεδιασμού: η επενδυτική αφήγηση προηγείται της ουσιαστικής ωρίμανσης.

Παρά την αλλαγή εργαλείου, η βασική αντίφαση παραμένει. Η Ελευσίνα συνεχίζει να προβάλλεται ως επενδυτικό project, ενώ τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της παραμένουν ασαφή ή ανεκπλήρωτα.

Τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν ότι κρίσιμες προϋποθέσεις παραμένουν ανολοκλήρωτες:

  • τεχνικά ζητήματα βυθισμάτων και λειτουργικότητας της λιμενολεκάνης,
  • ύπαρξη σημαντικού αριθμού ναυαγίων και εγκαταλελειμμένων πλοίων,
  • υψηλό και ασαφώς κατανεμημένο κόστος απορρύπανσης και αποκατάστασης,
  • απουσία εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για βασικές υποδομές.

Οι παράμετροι αυτές δεν αποτελούν «δευτερογενείς εκκρεμότητες», αλλά θεμελιώδεις όρους λειτουργίας ενός λιμένα. Η παράκαμψή τους οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ψευδο-ωρίμανση: η αγορά καλείται να αξιολογήσει ένα asset του οποίου το φυσικό και λειτουργικό αντικείμενο δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.

Η επιμονή, λοιπόν, στην προώθηση διαγωνιστικών διαδικασιών υπό αυτές τις συνθήκες παραπέμπει σε μια γνώριμη πρακτική: πρώτα κατασκευάζεται το επενδυτικό αφήγημα και κατόπιν αναζητούνται —ενίοτε εναγωνίως— οι προϋποθέσεις που θα το στηρίξουν.


3. Το Υπερταμείο και τα όρια του ρόλου του ως διαχειριστής λιμενικών στρατηγικών

Ο ρόλος του Υπερταμείο έχει καταστεί από την κυβέρνηση κρίσιμος. πλην όμως έχει εξελιχθεί και αντιφατικός για τη λιμενική πολιτική της χώρας και η περίπτωση της Ελευσίνα θα αποδειχθεί ενδεικτική των ορίων του.

Ως asset manager, το Υπερταμείο μπορεί να οργανώνει διαγωνισμούς και να “συσκευάζει” επενδυτικές ευκαιρίες. Δεν είναι, όμως, φορέας λιμενικής πολιτικής. Δεν διαθέτει ούτε την αρμοδιότητα ούτε τα εργαλεία για:

  • ολοκληρωμένο λιμενικό σχεδιασμό,
  • ιεράρχηση χρήσεων και θεσμική συνοχή,
  • επίλυση χωροταξικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων.

Όταν, συνεπώς, προωθείται διαγωνιστική διαδικασία χωρίς την προηγούμενη διαχείριση των παραπάνω, το αποτέλεσμα δεν είναι επιτάχυνση αλλά μετακύλιση κινδύνου και, τελικά, αποδυνάμωση της αξιοπιστίας του ίδιου του εγχειρήματος.

Έτσι, αντί να επιλύεται το πρόβλημα, μετατίθεται. Το asset δεν ωριμάζει — απλώς εκτίθεται στην αγορά, με την προσδοκία ότι ο επενδυτής θα απορροφήσει τις αβεβαιότητες. Πρόκειται για μια πρακτική που ενδέχεται να παράγει ενδιαφέρον, αλλά δύσκολα παράγει βιώσιμα αποτελέσματα.


4. Η Ελευσίνα ως έκφανση του Α-Διοίκητου του εθνικού λιμενικού συστήματος

Η συγκεκριμένη περίπτωση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, δομικό πρόβλημα, το οποίο έχει ήδη αναδειχθεί σε προηγούμενη αρθρογραφία. Η Ελευσίνα δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει το διαρθρωτικό πρόβλημα του Α-Διοίκητου του λιμενικού συστήματος:

  • απουσία ενιαίας στρατηγικής,
  • κατακερματισμός αρμοδιοτήτων,
  • ασθενής ή τυπικός ρόλος των λιμενικών αρχών για να λειτουργήσουν ως πραγματικοί landlords,
  • αποσπασματική προώθηση έργων χωρίς προηγούμενη συστημική ένταξη.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και η υιοθέτηση ενός ορθότερου μοντέλου —όπως η υποπαραχώρηση— κινδυνεύει να λειτουργήσει ως τυπική συμμόρφωση και όχι ως ουσιαστική μεταρρύθμιση.


5. Το landlord model ως σύστημα, η ευρωπαϊκή στρατηγική και η αναγκαστική προσαρμογή

Το landlord model δεν εξαντλείται σε μια επιλογή νομικής δομής. Προϋποθέτει:

  • λειτουργική και ισχυρή λιμενική αρχή,
  • εγκεκριμένο και εφαρμόσιμο master plan,
  • προηγούμενη τεχνική και περιβαλλοντική ωρίμανση,
  • σαφείς κανόνες διακυβέρνησης και εποπτείας.

Η απουσία αυτών μετατρέπει το μοντέλο σε τυπική αναφορά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο — μια διοικητική προσαρμογή που δεν αλλάζει τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος.

Η πρόσφατη ευρωπαϊκή προσέγγιση για τους λιμένες εισάγει δεδομένα που δύσκολα μπορούν πλέον να αγνοηθούν.

Οι λιμένες:

  • αντιμετωπίζονται ως πολυλειτουργικοί βιομηχανικοί κόμβοι,
  • εντάσσονται σε ενεργειακά δίκτυα (ηλεκτροδότηση από ξηράς, εναλλακτικά καύσιμα),
  • αποκτούν ρητά χαρακτήρα διττής χρήσης (πολιτικής και στρατιωτικής),
  • και παύουν να θεωρούνται απλώς οικονομικά assets, εντασσόμενοι πλέον στον πυρήνα της ασφάλειας και ανθεκτικότητας.

Παράλληλα, η σαφής —έστω και διατυπωμένη με διπλωματική προσοχή— κατεύθυνση προς αυστηρότερη εποπτεία επενδύσεων από τρίτες χώρες σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου άνευ όρων εξωστρέφειας.

Υπό το πρίσμα αυτό, η ελληνική πολιτική για τους λιμένες δεν μπορεί παρά να προσαρμοστεί —για να επανέλθουμε— επειδή «ανάγκας και θεοί πείθονται».


6. Η γεωπολιτική διάσταση: μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα

Η Ελευσίνα εντάσσεται πλέον σε ένα ευρύτερο γεωοικονομικό πεδίο, όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα αποκτά και λιμενική διάσταση — με χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς τον Πειραιά.

Η εμπειρία του Πειραιά καταδεικνύει ότι οι λιμένες δεν αποτελούν πλέον απλώς οικονομικές υποδομές, αλλά και εργαλεία γεωοικονομικής επιρροής.

Στο πλαίσιο αυτό, η διαχείριση της Ελευσίνας απαιτεί θεσμική και πολιτική φρονιμότητα:

  • αποφυγή μονοσήμαντων εξαρτήσεων,
  • διασφάλιση διαφάνειας και ανταγωνισμού,
  • ενσωμάτωση της γεωπολιτικής διάστασης σε έναν συνεκτικό εθνικό σχεδιασμό.

Η γεωπολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής. Μπορεί όμως και να υποκαταστήσει τον ορθολογικό σχεδιασμό, εάν δεν ενταχθεί σε σαφές θεσμικό πλαίσιο.

Η διεθνής συζήτηση —όπως αποτυπώνεται και σε αναλύσεις τύπου The Economist— υπογραμμίζει ότι τα λιμάνια της Ελλάδας αποτελούν πλέον πεδίο ανταγωνισμού επιρροής και ελέγχου.

Αυτό, όμως, δεν αίρει την ανάγκη ορθολογικού σχεδιασμού. Αντιθέτως, την ενισχύει.

Η γεωπολιτική διάσταση απαιτεί:

  • θεσμική σταθερότητα,
  • σαφείς κανόνες συμμετοχής,
  • και προσεκτική ισορροπία μεταξύ ανοίγματος και ελέγχου.

Χωρίς αυτά, ο κίνδυνος δεν είναι απλώς η οικονομική αποτυχία ενός project, αλλά η ένταξή του σε ένα πεδίο ανταγωνισμών χωρίς εθνική στρατηγική αναφορά.


7. Συμπέρασμα: από την τυπική συμμόρφωση στην ουσιαστική πολιτική

Η επιλογή της υποπαραχώρησης στην Ελευσίνα κινείται, αναμφίβολα, προς μια θεσμικά ορθότερη κατεύθυνση. Δεν αρκεί, όμως, για να μετατρέψει μια προβληματική βάση σε λειτουργικό λιμενικό σύστημα.

Η ουσία παραμένει αμετάβλητη:

Δεν μπορεί να βαφτίζεται ώριμο επενδυτικό σχέδιο ένα λιμάνι που δεν έχει προηγουμένως ωριμάσει τεχνικά, περιβαλλοντικά, χρηματοδοτικά και θεσμικά.

Εάν η αρχή αυτή συνεχίσει να παρακάμπτεται, τότε η Ελευσίνα θα προστεθεί απλώς στον κατάλογο των περιπτώσεων όπου το Α-Διοίκητο του συστήματος υπερίσχυσε — ανεξαρτήτως του αν οι “μαθητευόμενοι μάγοι” αναγκάστηκαν, τελικώς, να προσαρμοστούν.

Λιμάνι Ελευσίνας: Υποπαραχώρηση χωρίς ωρίμανση (Εφ. των Συν.)

 Δημοσιεύτηκε στην ΕφΣυν την Δευτέρα 18/05/2026


Η περίπτωση του λιμένα Ελευσίνας αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τις αντιφάσεις της ελληνικής λιμενικής πολιτικής. Από τις πρώιμες «φωτογραφικές» προσεγγίσεις και τον διοικητικό αυτοσχεδιασμό —τους «μαθητευόμενους μάγους» που είχαμε ήδη επισημάνει— οδηγούμαστε σήμερα σε ένα σχήμα υποπαραχώρησης δραστηριοτήτων, πιο κοντά επιτέλους στο ευρωπαϊκό landlord model.

Πρόκειται αναμφίβολα για θεσμικά ορθότερη κατεύθυνση, καθώς διατηρεί στρατηγικό έλεγχο και μεγαλύτερη ρυθμιστική ευελιξία, από την “ολική παραχώρηση”, που ως μοναδικό ανά τον κόσμο τρόπο εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα στη λιμενική βιομηχανία ανέδειξε το αλήστου μνήμης ΤΑΪΠΕΔ. Η μετατόπιση αυτή, όμως, δεν φαίνεται να προέκυψε από ώριμη εθνική στρατηγική, αλλά από την πίεση διεθνών θεσμικών, χρηματοδοτικών και ευρωπαϊκών περιορισμών. Για να το πούμε απλά: «ανάγκας και θεοί πείθονται».

Το βασικό όμως πρόβλημα παραμένει αμετάβλητο. Η Ελευσίνα συνεχίζει να προβάλλεται ως επενδυτικό project, χωρίς να έχουν διασφαλιστεί οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις ωρίμανσής της.

Τα προβλήματα είναι γνωστά:

  • τεχνικά ζητήματα βυθισμάτων και λειτουργικότητας,
  • ύπαρξη ναυαγίων και εγκαταλελειμμένων πλοίων,
  • υψηλό και ασαφές κόστος απορρύπανσης,
  • απουσία εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για κρίσιμες υποδομές.

Δεν πρόκειται για δευτερεύουσες εκκρεμότητες, αλλά για θεμελιώδεις όρους λειτουργίας ενός λιμένα. Παρ’ όλα αυτά, επιχειρείται να κατασκευαστεί “επενδυτικό αφήγημα” πριν διαμορφωθεί το ίδιο το λειτουργικό αντικείμενο του έργου. Πρόκειται ουσιαστικά για μια «ψευδο-ωρίμανση»: η αγορά καλείται να αποτιμήσει ένα asset του οποίου οι βασικές παράμετροι παραμένουν ασαφείς.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύονται και τα όρια του Υπερταμείου. Ως asset manager μπορεί να οργανώνει διαγωνισμούς και να «συσκευάζει» επενδυτικές ευκαιρίες. Δεν αποτελεί όμως φορέα εθνικής λιμενικής πολιτικής. Δεν διαθέτει ούτε την αρμοδιότητα ούτε τα εργαλεία για ολοκληρωμένο λιμενικό σχεδιασμό, χωροταξική και περιβαλλοντική διαχείριση ή ιεράρχηση χρήσεων.

Όταν οι διαγωνισμοί προηγούνται της ουσιαστικής ωρίμανσης, το αποτέλεσμα δεν είναι επιτάχυνση αλλά μετακύλιση κινδύνου. Το πρόβλημα δεν επιλύεται· απλώς μεταφέρεται στον επενδυτή, με την προσδοκία ότι η αγορά θα απορροφήσει τις αβεβαιότητες.

Η Ελευσίνα, ωστόσο, δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Αντανακλά το διαρθρωτικό πρόβλημα του ελληνικού λιμενικού συστήματος:

  • απουσία ενιαίας στρατηγικής,
  • κατακερματισμός αρμοδιοτήτων,
  • αδύναμες λιμενικές αρχές,
  • αποσπασματική προώθηση έργων χωρίς συστημική ένταξη.

Ακόμη και η υιοθέτηση ενός θεωρητικά ορθότερου μοντέλου, όπως η υποπαραχώρηση, κινδυνεύει έτσι να λειτουργήσει ως τυπική συμμόρφωση και όχι ως ουσιαστική μεταρρύθμιση.

Έπρεπε να υπάρξει η πίεση από Αμερική για λιμάνι πρόσβασης και η επιμονή πολλών που ανεδείκνυαν την ανάγκη κατανόησης επί τέλους από το ΥπερΤαμείο της ευρωπαϊκής διάστασης. Η νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση αντιμετωπίζει πλέον τους λιμένες όχι απλώς ως οικονομικά assets, αλλά ως πολυλειτουργικούς κόμβους ενέργειας, εφοδιαστικής, ασφάλειας και στρατηγικής ανθεκτικότητας. Οι λιμένες συνδέονται με δίκτυα εναλλακτικών καυσίμων και ηλεκτροδότησης από ξηράς, ενώ αποκτούν ολοένα και πιο σαφή χαρακτήρα διττής —πολιτικής και στρατιωτικής— χρήσης.

Παράλληλα, ενισχύεται η τάση αυστηρότερης εποπτείας επενδύσεων από τρίτες χώρες. Το περιβάλλον της «άνευ όρων εξωστρέφειας» φαίνεται να κλείνει.

Η Ελευσίνα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωοικονομικό πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, με εμφανές σημείο αναφοράς τον Πειραιά. Η εμπειρία δείχνει ότι τα λιμάνια δεν αποτελούν μόνο οικονομικές υποδομές, αλλά και εργαλεία γεωπολιτικής επιρροής.

Αυτό καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη θεσμική σοβαρότητα:

  • διαφάνεια και ανταγωνισμό,
  • αποφυγή μονοσήμαντων εξαρτήσεων,
  • σαφείς κανόνες συμμετοχής,
  • και έναν συνεκτικό εθνικό σχεδιασμό.

Η γεωπολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής ανάπτυξης. Μπορεί όμως και να υποκαταστήσει τον ορθολογικό σχεδιασμό, όταν δεν υπάρχει στιβαρό θεσμικό πλαίσιο.

Η επιλογή της υποπαραχώρησης στην Ελευσίνα αποτελεί ασφαλώς βήμα προς ορθότερη κατεύθυνση. Δεν αρκεί όμως από μόνη της για να μετατρέψει ένα ανώριμο λιμάνι σε βιώσιμο λιμενικό σύστημα.

Διότι ένα λιμάνι δεν γίνεται ώριμο επειδή προκηρύσσεται διαγωνισμός. Πρέπει πρώτα να έχει ωριμάσει τεχνικά, περιβαλλοντικά, χρηματοδοτικά και θεσμικά. Αν αυτή η αρχή συνεχίσει να παρακάμπτεται, τότε η Ελευσίνα θα προστεθεί απλώς στον μακρύ κατάλογο των περιπτώσεων όπου το Α-Διοίκητο υπερίσχυσε — ακόμη κι αν οι «μαθητευόμενοι μάγοι» αναγκάστηκαν τελικά να προσαρμοστούν.

Το προσεχές διάστημα θα πληροφορηθούμε περισσότερα για όσα από τα παραπάνω, υπαινιχθήκαμε. 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

MEPC 84: Μετά την επίτευξη της αναβολής, Τι; Οι ευθύνες και ο ρόλος της Ελλάδος.

άρθρο που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 4/5/2026
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/511018_mepc-84-meta-tin-epiteyxi-tis-anabolis-ti

Η ολοκλήρωση της MEPC 84 στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ), αφήνει πίσω της ένα αποτέλεσμα που παρουσιάζεται ως πρόοδος, αλλά δύσκολα μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα: το Net-Zero Framework διατηρήθηκε, όμως η ουσιαστική του εφαρμογή μετατέθηκε. Το κρίσιμο ζήτημα της τιμολόγησης άνθρακα –το μόνο εργαλείο που μπορεί να δώσει πραγματικό σήμα μετάβασης– παραπέμφθηκε εκ νέου στο μέλλον.

Αυτό που επετεύχθη δεν είναι λύση. Είναι μια ακόμη αναβολή.

Και αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Ήταν αποτέλεσμα συντονισμένων πιέσεων από ένα μπλοκ χωρών –με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη στήριξη πετρελαιοπαραγωγών και κάποιων εκ των ναυτιλιακών κρατών– που αντιτίθενται σε κάθε μορφή ουσιαστικής ρύθμισης.

Διεθνείς αναλύσεις μιλούν ήδη για «ανώφελη καθυστέρηση»: το πλαίσιο δεν κατέρρευσε, αλλά κερδήθηκε χρόνος εις βάρος της εφαρμογής του.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή πρόταση –με όλες τις τεχνικές της αδυναμίες– παραμένει η μόνη συνεκτική και υπαρκτή βάση αντιμετώπισης του προβλήματος. Είναι η μόνη που επιχειρεί να συνδυάσει στόχους, μηχανισμούς και οικονομικά κίνητρα. Όλες οι εναλλακτικές που προβάλλονται στο όνομα του «ρεαλισμού» οδηγούν σε ένα και μόνο αποτέλεσμα: μη λήψη απόφασης, μέσω διολίσθησης σε ατέρμονες συζητήσεις. Με άλλα λόγια, πετούν τη μπάλα στην εξέδρα.

Σε αυτή την αντιπαράθεση, η Ελλάδα έχει ήδη πάρει θέση.

Η αποχή της το 2025 από την κρίσιμη απόφαση αναβολής έθεσε υπό αμφισβήτηση τη συνοχή της ευρωπαϊκής γραμμής. Το MEPC 84 επιβεβαιώνει ότι αυτή δεν ήταν μια συγκυριακή τακτική, αλλά η αρχή μιας πορείας. Η ελληνική στάση συνεχίζει να κινείται, με πρόσχημα τον «ρεαλισμό», σε τροχιά αποστασιοποίησης από τις ευρωπαϊκές επιλογές: επιφυλάξεις απέναντι στα οικονομικά εργαλεία, αμφισβήτηση της εφαρμοσιμότητας, έμφαση στις τεχνικές δυσκολίες.

Ας το πούμε καθαρά: ο «ρεαλισμός» αυτός δεν αποτελεί εναλλακτική πολιτική. Είναι άρνηση ανάληψης πολιτικής ευθύνης για την προστασία του περιβάλλοντος.

Διότι ενώ η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα και οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι δηλώνουν ότι στηρίζουν μια παγκόσμια λύση, αντιτίθενται στο μόνο εργαλείο που μπορεί να την καταστήσει λειτουργική. Ενώ καταγγέλλουν τον κατακερματισμό των ρυθμίσεων, υπονομεύουν το μοναδικό πλαίσιο που θα μπορούσε να τον αποτρέψει. Ενώ ζητούν επενδυτική ασφάλεια, απορρίπτουν τον μηχανισμό που δημιουργεί προβλέψιμο οικονομικό περιβάλλον.

Άλλα διακηρύσσονται – και αλλού οδηγούν.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η πολιτική τοποθέτηση που προκύπτει στην πράξη. Στο κρίσιμο ζήτημα της τιμολόγησης άνθρακα, η ελληνική στάση οδηγεί σε λειτουργική σύγκλιση με το μπλοκ των χωρών που επιδιώκουν την καθυστέρηση. Δεν πρόκειται για ρητή ταύτιση, αλλά για το αναπόφευκτο αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών.

Και αυτό έχει συνέπειες: για τη θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για την αξιοπιστία της ελληνικής ναυτιλίας και για την ίδια τη μετάβαση.

Η καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Ενισχύει την αβεβαιότητα και επιταχύνει την προσφυγή σε περιφερειακές λύσεις, τις οποίες η ελληνική πλευρά δηλώνει ότι θέλει να αποφύγει.

Το ερώτημα, λοιπόν, τίθεται αμείλικτα: μετά την επίτευξη της αναβολής, τι;

Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να κρύβεται πίσω από διαδικαστικές τακτικές. Δεν μπορεί να επενδύει διαρκώς στην καθυστέρηση, ελπίζοντας ότι το πρόβλημα θα λυθεί αλλού ή αργότερα. Και δεν μπορεί να «ποντάρει» σε γεωπολιτικές συγκυρίες –όπως η σημερινή αμερικανική στάση– που φαίνεται ότι η ισχύς της θα μεταβληθεί, ιδίως ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ναυτιλία είναι, και πρέπει να παραμείνει, μια παγκόσμια θετική δραστηριότητα. Ακριβώς γι’ αυτό, δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε μια λογική κοντόφθαλμου ωφελιμισμού ιδιότυπων ιδιωτικών συμφερόντων.

Η επιλογή είναι πλέον σαφής: συμβολή σε μια δύσκολη αλλά αναγκαία λύση – ή διαρκής αναβολή μέχρι η λύση να επιβληθεί από άλλους.

Και τότε, δεν θα πρόκειται για ρεαλισμό. Θα πρόκειται για απώλεια ελέγχου.

Τα lobbies δομημένων συμφερόντων ξέρουν να κάνουν τη δουλειά τους. Η οργανωμένη κοινωνία και η εκπροσώπηση της κοινωνίας των Πολιτών, μπορεί να δημιουργήσει αντίσταση στην βουλιμία τους.

Το Φθινόπωρο είναι κοντά. Οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας, της Ευρώπης αλλά και παγκοσμίως δεν μπορούν να σιωπήσουν άλλο πλέον, ως έχουσες/ντες άγνοια επί του θέματος