Από την
«εμπλοκή χωρίς όνομα» στην ορατή έκθεση
Στις 20 Μαρτίου διατυπώσαμε με άρθρο μας την
εκτίμηση ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να διολισθήσει σε μια «εμπλοκή χωρίς όνομα»:
όχι μέσα από ρητή πολιτική απόφαση, αλλά μέσω επιχειρησιακών συμμετοχών,
σιωπηρών ευθυγραμμίσεων και απουσίας σαφούς θεσμικής τοποθέτησης. Δέκα ημέρες
μετά, η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό.
Η δημόσια συζήτηση δεν αφορά πλέον υποθέσεις,
αλλά την ίδια την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι από την πλευρά
της Τεχεράνης διατυπώνονται σαφείς προειδοποιήσεις προς την Αθήνα —και ότι σε
αναλύσεις επισημαίνεται πως η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως «μη ουδέτερη»— δείχνει
ότι η χώρα έχει ήδη μετακινηθεί αντιληπτικά εντός της σύγκρουσης.
Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι ότι αυτή η εικόνα έχει
ήδη παραχθεί. Και όταν παράγεται σε μια περιοχή όπου διέρχεται περίπου το
20–25% του παγκόσμιου πετρελαίου, οι συνέπειες δεν είναι επικοινωνιακές — είναι
υλικές.
Ναυτιλία σε
ζώνη κινδύνου: αριθμοί που δεν επιτρέπουν αυταπάτες
Η ναυτιλιακή διάσταση της κρίσης είναι πλέον
κεντρική και όχι περιφερειακή. Σύμφωνα με δηλώσεις του ελληνικού Υπουργείου
Ναυτιλίας (αρχές Μαρτίου 2026), στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου και
των Στενών του Ορμούζ βρίσκονταν:
- περίπου 70–80 πλοία ελληνικών συμφερόντων,
- ενώ συνολικά άνω των 200 πλοίων με ελληνικό επιχειρησιακό
ενδιαφέρον επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την κρίση.
(πηγή: δηλώσεις ΥΝΑΝΠ – αναπαραγωγή από διεθνή
πρακτορεία όπως Reuters)
Σε ό,τι αφορά τους ναυτικούς, η εικόνα είναι
εξίσου ανησυχητική. Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) αναφέρθηκε σε
περίπου 20.000 εγκλωβισμένους ναυτικούς διεθνώς στην περιοχή. Από
αυτούς, εκτιμάται ότι:
- αρκετές εκατοντάδες είναι Έλληνες ναυτικοί (εκτιμήσεις ναυτιλιακών φορέων και ενώσεων, καθώς δεν υπάρχει ενιαία
επίσημη καταγραφή σε πραγματικό χρόνο).
Το κρίσιμο σημείο δεν είναι μόνο ο αριθμός, αλλά
η φύση του κινδύνου: πρόκειται για εμπορικά πληρώματα, όχι για στρατιωτικό
προσωπικό. Η ασφάλειά τους εξαρτάται άμεσα από το αν η Ελλάδα θεωρείται
ουδέτερος ή εμπλεκόμενος δρών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας
—την οποία επικαλείται η ελληνική πλευρά— δεν διασφαλίζεται με ρητορικές
τοποθετήσεις, αλλά με πολιτική αξιοπιστία και αντίληψη ουδετερότητας από όλα τα
εμπλεκόμενα μέρη.
Μια σχέση που
διαμορφώθηκε ιστορικά — και μπορεί να υπονομευθεί
Η ένταση με το Ιράν δεν αφορά μόνο το παρόν.
Αφορά και μια σχέση που έχει βάθος.
Οι σχέσεις Ελλάδας–Ιράν δεν είναι συγκυριακές.
Από την αρχαιότητα —με τις ελληνοπερσικές επαφές που, πέρα από τις συγκρούσεις,
διαμόρφωσαν πολιτισμικές ανταλλαγές— μέχρι τη σύγχρονη εποχή, υπήρχε ένα
σταθερό υπόβαθρο επικοινωνίας.
Στη νεότερη περίοδο:
- η Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά σημαντικό ναυτιλιακό εταίρο στη
μεταφορά ιρανικού πετρελαίου,
- ελληνικές εταιρείες είχαν ενεργό ρόλο ακόμη και σε περιόδους κυρώσεων,
- υπήρχε ένα πλαίσιο αμοιβαίας κατανόησης σε πολιτιστικό και
οικονομικό επίπεδο, παρά τις διαφορετικές γεωπολιτικές τοποθετήσεις.
Αυτή η σχέση δεν ήταν ποτέ στρατηγική συμμαχία.
Ήταν όμως ένα πολύτιμο «κανάλι» επικοινωνίας και ισορροπίας.
Αυτό το υπόστρωμα φαίνεται να καταρρέει απότομα και αν κάτι προσπαθεί να περισώσει ο Υπουργός Εξωτερικών κος Γεραπετρίτης, φαίνεται να μην έχει σχεδιασμό αντιμετώπισης της όποιας διάβρωσης αυτού του υπόβαθρου. Και η διαβρωτική διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.
Οι τελευταίες εξελίξεις έθεσαν αυτό το κεφάλαιο υπό
αμφισβήτηση. Όχι απαραίτητα μέσω μιας ρήξης, αλλά μέσω μιας πιο ύπουλης
διαδικασίας: της σταδιακής απώλειας εμπιστοσύνης. Και στη διεθνή πολιτική, η
απώλεια εμπιστοσύνης είναι συχνά πιο δύσκολο να αποκατασταθεί από μια ανοιχτή
κρίση.
Το στρατηγικό
έλλειμμα: εξωτερική πολιτική χωρίς ευρωπαϊκή αγκύρωση
Το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύεται αυτές τις
δέκα ημέρες είναι ότι η Ελλάδα φαίνεται να λειτούργησε με όρους μερικής
«αυτονόμησης» από τη συλλογική ευρωπαϊκή στάση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση —παρά τις αδυναμίες της—
κινείται σε μια σαφή γραμμή:
- αποκλιμάκωση,
- διπλωματική διαμεσολάβηση,
- προστασία της ναυσιπλοΐας μέσω θεσμικών μηχανισμών.
Αντίθετα, η ελληνική στάση δεν έχει αποτυπωθεί με αντίστοιχη καθαρότητα. Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό: η χώρα εμφανίζεται πιο εκτεθειμένη από το πλαίσιο στο οποίο ανήκει. Εμφανίζεται να λειτουργεί με μεγαλύτερη «προθυμία» εμπλοκής, πέρα από το ίδιο το πλαίσιο στο οποίο ανήκει.
Για μια οικονομία:
- με υψηλή εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές από τον Κόλπο (περίπου
35–36%),
- με κυρίαρχο ρόλο στη διεθνή ναυτιλία,
- και με ευαισθησία σε πληθωριστικές πιέσεις,
η επιλογή αυξημένου γεωπολιτικού ρίσκου δεν είναι
ένδειξη ισχύος — είναι ένδειξη στρατηγικής αστοχίας.
Τι σημαίνει
«διόρθωση πορείας»
Ο απολογισμός είναι σαφής:
η ασάφεια κοστίζει, η εικόνα της χώρας έχει ήδη επηρεαστεί και η ναυτιλία
βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων.
Μια ρεαλιστική επανατοποθέτηση θα απαιτούσε:
- Ρητή επανευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή γραμμή (διπλωματία – αποκλιμάκωση – διεθνές δίκαιο).
- Ειδική ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τη ναυσιπλοΐα, με σαφή πολιτική κάλυψη.
- Διαφάνεια προς τη Βουλή και την κοινωνία για το εύρος της ελληνικής εμπλοκής.
- Ενεργή προστασία των ναυτικών, ως
κεντρική —όχι περιφερειακή— προτεραιότητα.
- Διατήρηση ανοιχτών διαύλων με το Ιράν, ακριβώς λόγω της ιστορικής σχέσης.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να λειτουργεί ως
«πρόθυμος παίκτης» σε μια σύγκρουση που δεν ελέγχει. Έχει, όμως, τη δυνατότητα
να λειτουργήσει ως δύναμη σταθερότητας — αρκεί να το επιλέξει.
Στη συγκεκριμένη συγκυρία, η πιο υπεύθυνη
εξωτερική πολιτική δεν είναι αυτή που επιδεικνύει ευθυγράμμιση, αλλά αυτή που
προστατεύει:
τη ναυτιλία,
τους ανθρώπους της,
και την οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας.
Και, ίσως πιο σημαντικό, εκείνη που δεν
υπονομεύει αθόρυβα σχέσεις που χρειάστηκαν δεκαετίες για να οικοδομηθούν.