Στη σημερινή "Η Eφημερίδα των Συντακτών"...
Την περίοδο του Covid είχε παρατηρηθεί μια, αδικαιολόγητη για το μέγεθος και την διάρκεια, αύξησης των ναύλων θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.Είχαμε προσπαθήσει τότε να διερευνήσουμε την αιτία και μεταξύ άλλων παρατηρήσαμε ως βασική, την συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σε ελάχιστους παγκόσμιους παίκτες στις αλυσίδες logistics, με αναφορά κυρίως στους alliances και την εντεινόμενη καθετοποίηση των δράσεων τους.
Έτσι και σήμερα ενώ καταλαβαίνουμε την αύξηση των ναύλων στα πλοία μεταφοράς πετρελαιοειδών δύσκολα καταλαβαίνουμε τις αιτίες αύξησης στα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.
Σε αυτό ακριβώς επιχειρούμε την ερμηνεία και καταθέτουμε κάποιες προτάσεις-σκέψεις για παγκόσμιου τύπου ρυθμίσεις.
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/505400_nayla-se-anodo-agora-se-streblosi
Η νέα άνοδος στα ναύλα των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων δεν μπορεί να εξηγηθεί με τα εργαλεία του παρελθόντος. Δεν πρόκειται για επανάληψη της πανδημίας. Η ζήτηση παραμένει συγκρατημένη και ο παγκόσμιος στόλος αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς – εκτιμάται ότι η χωρητικότητα θα ενισχυθεί κατά περίπου 30% έως το 2027.
Κι όμως, σε βασικές διαδρομές, οι τιμές μεταφοράς
έχουν πολλαπλασιαστεί μέσα σε λίγους μήνες, ενώ το συνολικό κόστος (με τις
επιβαρύνσεις) σε ορισμένες περιπτώσεις έχει διπλασιαστεί ή και τριπλασιαστεί σε
σχέση με τα επίπεδα του 2023.
Αυτό που παρατηρούμε δεν είναι έλλειψη μέσων.
Είναι μια αγορά σε κατάσταση λειτουργικής στρέβλωσης.
Η πραγματική
αιτία: λιγότερη «αποτελεσματική» χωρητικότητα
Οι αναδρομολογήσεις πλοίων λόγω των εντάσεων στη
Μέση Ανατολή έχουν αυξήσει σημαντικά τους χρόνους ταξιδιού. Σε βασικές γραμμές
Ασίας–Ευρώπης, η παράκαμψη μέσω Αφρικής προσθέτει 10 έως 15 ημέρες ανά ταξίδι.
Αυτό σημαίνει ότι για να διατηρηθεί η ίδια
συχνότητα δρομολογίων απαιτούνται περισσότερα πλοία. Στην πράξη, εκτιμάται ότι
έως και το 8–10% της παγκόσμιας χωρητικότητας «απορροφάται» από αυτή τη
διαδικασία.
Η χωρητικότητα δεν έχει εξαφανιστεί.
Έχει όμως καταστεί λιγότερο διαθέσιμη.
Καθυστερήσεις
και συμφόρηση: η αλυσίδα που μπλοκάρει
Οι επιπτώσεις δεν σταματούν εκεί. Καθυστερήσεις 2
έως 4 εβδομάδων σε πολλές διαδρομές έχουν γίνει συνηθισμένες, ενώ λιμάνια
λειτουργούν στα όριά τους.
Εμπορευματοκιβώτια συσσωρεύονται σε ενδιάμεσους
κόμβους, δεν επιστρέφουν εγκαίρως και δημιουργούνται τοπικές ελλείψεις. Το
σύστημα δεν καταρρέει, αλλά χάνει τη συνοχή του.
Και όταν ένα παγκόσμιο δίκτυο χάνει τη συνοχή
του, το κόστος αυξάνεται παντού — ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει άμεση
γεωπολιτική πίεση.
Οι «αόρατες»
αυξήσεις: προσαυξήσεις χωρίς όρια
Ένα κρίσιμο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας
είναι η εκτόξευση των επιβαρύνσεων.
Σε αρκετές περιπτώσεις:
- οι προσαυξήσεις κινδύνου και καυσίμων φτάνουν τα 1.500–4.000 δολάρια
ανά εμπορευματοκιβώτιο
- το «τελικό κόστος» είναι έως και 60% υψηλότερο από τον βασικό ναύλο
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος τους. Είναι η έλλειψη
διαφάνειας και η δυσκολία ελέγχου της αιτιολόγησής τους.
Ισχύς αγοράς
και “πειθαρχία χωρητικότητας”
Σε αυτό το περιβάλλον, οι μεγάλες ναυτιλιακές
εταιρείες αξιοποιούν την αυξημένη αβεβαιότητα για να διαχειριστούν την
προσφορά.
Ακυρώσεις δρομολογίων, περιορισμός διαθέσιμων
θέσεων και επιλεκτική διάθεση χωρητικότητας οδηγούν σε υψηλότερες τιμές, ακόμη
και όταν η συνολική ζήτηση δεν το δικαιολογεί.
Η πρακτική αυτή δεν είναι νέα. Αυτό που αλλάζει
είναι η έντασή της και η συγκυρία μέσα στην οποία εφαρμόζεται.
Από την κρίση
στη «βουλιμία»
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο — και πιο
πολιτικά ευαίσθητο — σημείο.
Η ναυτιλία των τακτικών γραμμών δεν λειτουργεί
απλώς ως ουδέτερος μεταφορέας. Σε περιόδους κρίσης, μετατρέπεται σε ισχυρό
διαμορφωτή τιμών.
Όταν, όμως, η αύξηση των εσόδων υπερβαίνει κατά
πολύ την αύξηση του κόστους και συνοδεύεται από περιορισμένη διαφάνεια, τότε η
οικονομική ανάλυση συναντά μια έννοια που η βιβλιογραφία περιγράφει όλο και πιο
συχνά:
τη “βουλιμία” της αγοράς.
Δεν πρόκειται για απλή επιδίωξη κέρδους.
Πρόκειται για συστηματική αξιοποίηση κρίσεων προς όφελος υπερκερδών, με
περιορισμένη κοινωνική ανταπόδοση.
Η απουσία ουσιαστικής εταιρικής κοινωνικής
ευθύνης σε τέτοιες συνθήκες δεν είναι απλώς ηθικό ζήτημα. Είναι ζήτημα εύρυθμης
λειτουργίας της αγοράς.
Η σιωπή των
ρυθμιστικών αρχών
Παρά την εμπειρία της πανδημίας, η αντίδραση των
ρυθμιστικών αρχών παραμένει περιορισμένη.
Οι αρχές ανταγωνισμού, τόσο σε εθνικό όσο και σε
ευρωπαϊκό επίπεδο, εμφανίζονται διστακτικές να παρέμβουν σε μια αγορά που
θεωρείται «ιδιαίτερη» λόγω της διεθνούς φύσης της.
Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει:
μπορεί μια αγορά με τόσο υψηλό βαθμό συγκέντρωσης να αυτορρυθμίζεται επαρκώς σε
συνθήκες κρίσης;
Τι μπορεί να
γίνει – χωρίς υπερβολές
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε ελέγχους τιμών.
Βρίσκεται σε στοχευμένες παρεμβάσεις:
- υποχρεωτική διαφάνεια στις επιβαρύνσεις
- παρακολούθηση πρακτικών περιορισμού χωρητικότητας
- επανεξέταση του πλαισίου συνεργασιών μεταξύ μεγάλων εταιρειών
- έλεγχος της κάθετης ολοκλήρωσης (από τη θάλασσα μέχρι την τελική
διανομή)
Πρόκειται για μέτρα που δεν στρεβλώνουν την
αγορά, αλλά περιορίζουν τις στρεβλώσεις της.
Ο ρόλος της
Ευρώπης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τη δυνατότητα να
διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο. Η κατάργηση του ειδικού καθεστώτος για τις
συνεργασίες εταιρειών ήταν ένα πρώτο βήμα.
Το επόμενο είναι η ουσιαστική εποπτεία της αγοράς
σε περιόδους κρίσης — όχι εκ των υστέρων, αλλά σε πραγματικό χρόνο.
Μια αγορά που
χρειάζεται όρια
Η ναυτιλία υπήρξε διαχρονικά πυλώνας του διεθνούς
εμπορίου. Η λειτουργία της, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητα «ουδέτερη».
Στη σημερινή συγκυρία, η αγορά δεν καταρρέει.
Αντιθέτως, λειτουργεί — αλλά με τρόπο που μεταφέρει δυσανάλογο κόστος στην
οικονομία.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα:
όχι αν θα υπάρξουν κέρδη, αλλά αν αυτά τα κέρδη προκύπτουν μέσα από μια
λειτουργία που υπηρετεί το σύνολο ή αν αποτελούν προϊόν μιας κρίσης που
μετατρέπεται σε ευκαιρία υπερβολής.
Γιατί σε περιόδους αβεβαιότητας, η διαφορά
ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα και τη «βουλιμία» δεν είναι θεωρητική. Είναι
βαθιά πολιτική.