Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

IMO: Θα διαλέξει η κυβέρνηση, ξανά, τη λάθος συμμαχία;

 


Η διαπραγμάτευση άρχισε σήμερα στο Λονδίνο, οι δυνατότητες συμβιβασμού υπάρχουν και η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει αν θα συμβάλει στην ευρωπαϊκή λύση ή θα επενδύσει ξανά στη «συμμαχία της καθυστέρησης».

Η νέα κρίσιμη φάση της διαπραγμάτευσης για την απανθρακοποίηση της διεθνούς ναυτιλίας άρχισε σήμερα, 1η Σεπτεμβρίου, στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO) στο Λονδίνο.

Η ISWG-GHG 22 θα συνεδριάσει έως τις 4 Σεπτεμβρίου. Θα ακολουθήσει δεύτερος γύρος στις 23–27 Νοεμβρίου, το MEPC 85 στις 30 Νοεμβρίου–3 Δεκεμβρίου και, εφόσον επιβεβαιωθεί το χρονοδιάγραμμα, στις 4 Δεκεμβρίου θα επαναληφθεί η έκτακτη σύνοδος που είχε διακοπεί τον Οκτώβριο του 2025.

Δεν πρόκειται επομένως για μία ακόμη τεχνική συνάντηση. Αρχίζει η τελική πολιτική διαπραγμάτευση για το αν η διεθνής ναυτιλία θα αποκτήσει ένα πραγματικό παγκόσμιο πλαίσιο απανθρακοποίησης.

Και η Ελλάδα βρίσκεται πάλι μπροστά στην ίδια επιλογή.

Μόνο που αυτή τη φορά γνωρίζει και το κόστος της προηγούμενης.

Η «επιτυχία» της αναβολής και το κόστος της

Τον Οκτώβριο του 2025 Ελλάδα και Κύπρος απείχαν στη διαδικασία που οδήγησε στην αναβολή της υιοθέτησης του Net-Zero Framework. Για πρώτη φορά διαρρήχθηκε μια προσυμφωνημένη κοινή ευρωπαϊκή στάση στον IMO.

Η επιλογή εκείνη δεν ήταν πολιτικά ουδέτερη. Αντικειμενικά συνέβαλε στο αποτέλεσμα που επιδίωκαν οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες παραγωγής υδρογονανθράκων.

Δεν ήταν όμως ούτε χωρίς κόστος.

Η Ελλάδα κατανάλωσε ευρωπαϊκό διπλωματικό κεφάλαιο για να διαφοροποιηθεί από μια κοινή θέση χωρίς τελικά να δημιουργήσει διαφορετική διεθνή λύση. Η αναβολή κερδήθηκε. Το πρόβλημα παρέμεινε.

Είναι γνώριμη πρακτική από παλαιότερες ρυθμιστικές συγκρούσεις στη ναυτιλία: από τα δεξαμενόπλοια διπλού τοιχώματος και μετά, η αντίσταση μπορεί να καθυστερεί έναν κανόνα. Σπανίως όμως εξαφανίζει την ανάγκη που τον προκάλεσε. Και στο μεταξύ ξοδεύεται πολιτική και διπλωματική επιρροή που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διαμορφωθεί καλύτερα ο ίδιος ο κανόνας.

Το ερώτημα είναι γιατί πρέπει να το επαναλάβουμε.

Αυτή τη φορά υπάρχει χώρος για συμφωνία

Οι πρώτες ώρες της σημερινής συνεδρίασης δεν επιτρέπουν ακόμη ασφαλή συμπεράσματα για τους συσχετισμούς. Ένα πράγμα όμως είναι ήδη σαφέστερο από ό,τι ήταν μετά την κρίση του 2025: δεν υπάρχουν μόνο δύο στρατόπεδα, «NZF όπως είναι» ή «καμία συμφωνία».

Στο τραπέζι βρίσκονται διαφορετικές προτάσεις.

Η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Νότια Αφρική και το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή αρχιτεκτονική. Η Βραζιλία προτείνει ηπιότερη αρχική εφαρμογή και αυστηρότερη συνέχεια. Τα μικρά νησιωτικά κράτη ζητούν ισχυρότερο οικονομικό σήμα. Η Λιβερία και ο Παναμάς προτείνουν πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από τη διαθεσιμότητα των καυσίμων και την εμπορία πλεονασματικών μονάδων, περιορίζοντας ουσιαστικά τον υποχρεωτικό οικονομικό μηχανισμό. Η Ιαπωνία κινείται επίσης προς μια πιο ευέλικτη εκδοχή.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πραγματικό πεδίο διαπραγμάτευσης.

Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δηλώσει πως είναι διατεθειμένη να εξετάσει τροποποιήσεις και εναλλακτικές προτάσεις, υπό μία προϋπόθεση: το τελικό αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υπηρετεί τους στόχους της στρατηγικής IMO 2023.

Η Ευρώπη, λοιπόν, δεν λέει «δεν αλλάζουμε τίποτε». Λέει κάτι πολύ λογικότερο: συμβιβασμός ναι – ακύρωση του στόχου μέσω του συμβιβασμού όχι.

Πόσο «άκαμπτη» είναι τελικά η Ευρώπη;

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία η χθεσινή παρέμβαση του υπουργού Ναυτιλίας.

Ο Βασίλης Κικίλιας επέλεξε, μία ημέρα πριν αρχίσει η διαπραγμάτευση, να εκφράσει δημοσίως «έντονη ανησυχία» για τις ευρωπαϊκές προπαρασκευαστικές συζητήσεις, καταλογίζοντας στην ευρωπαϊκή πλευρά έλλειψη κατανόησης και πραγματικής διάθεσης ευελιξίας.

Μόνο που τα δεδομένα δυσκολεύουν αυτή την αφήγηση.

Η ευρωπαϊκή πλευρά όχι μόνο δηλώνει έτοιμη να συζητήσει αλλαγές, αλλά αποδέχεται ακόμη και ειδική ευελιξία για περιπτώσεις στις οποίες τα πλοία αντικειμενικά δεν μπορούν να προμηθευτούν χαμηλότερων εκπομπών καύσιμα στους λιμένες που προσεγγίζουν.

Δηλαδή αναγνωρίζει ακριβώς ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που επισημαίνει η ελληνική ναυτιλία, ιδίως για το tramp shipping.

Τι ακριβώς ζητά λοιπόν επιπλέον η ελληνική κυβέρνηση; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει πλέον να απαντηθεί.

Η ΕΕΕ, η κυβέρνηση και ο «ρεαλισμός»

Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών έχει τουλάχιστον διατυπώσει καθαρότερα τη θέση της.

Η πρόεδρός της, Μελίνα Τραυλού, δήλωσε στις 24 Αυγούστου ότι το σημερινό NZF «προφανώς δεν αποτελεί τη λύση» και χαρακτήρισε την προσέγγιση Παναμά–Λιβερίας «ισορροπημένη και ρεαλιστική βάση» για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Η θέση είναι θεμιτή. Αλλά πρέπει και να αξιολογηθεί.

Πρόσφατη ανεξάρτητη μοντελοποίηση των τεσσάρων εμπρόθεσμα κατατεθειμένων εναλλακτικών προτάσεων καταλήγει σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αποτέλεσμα: η προσέγγιση της Λιβερίας εμφανίζει τη χαμηλότερη περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα και δεν δημιουργεί έσοδα για τη χρηματοδότηση μιας δίκαιης μετάβασης.

Αντίθετα, η διατήρηση της βασικής αρχιτεκτονικής του NZF εμφανίζει το χαμηλότερο μέσο κόστος μείωσης εκπομπών μεταξύ των προτάσεων που διατηρούν οικονομικό μηχανισμό.

Άρα η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει στη λέξη «ρεαλισμός». Ρεαλιστικό ως προς τι; Και προς όφελος ποιου;

Ο φαύλος κύκλος των καυσίμων

Το σοβαρότερο επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι η ανεπαρκής διαθεσιμότητα εναλλακτικών καυσίμων.

Πράγματι.

Δεν μπορείς να απαιτείς από ένα πλοίο να χρησιμοποιήσει καύσιμο που δεν υπάρχει στον λιμένα όπου βρίσκεται.

Από αυτό όμως δεν προκύπτει ότι οι στόχοι πρέπει να ακολουθούν απλώς τη σημερινή διαθεσιμότητα των καυσίμων.

Γιατί τότε δημιουργείται ένας τέλειος φαύλος κύκλος:

Δεν δημιουργούμε ισχυρό οικονομικό κίνητρο επειδή δεν υπάρχουν αρκετά πράσινα καύσιμα.

Και δεν παράγονται αρκετά πράσινα καύσιμα επειδή οι επενδυτές δεν γνωρίζουν αν θα υπάρξει η ζήτηση που θα δικαιολογήσει τις επενδύσεις τους.

Γι' αυτό και ολοένα περισσότερα τμήματα της ίδιας της ναυτιλιακής αγοράς ζητούν κανονιστική βεβαιότητα. Η ίδια η αγορά ζητά κανόνες για να μπορεί να επενδύσει.

Πού τελειώνει η ΕΕΕ και πού αρχίζει η κυβέρνηση;

Υπάρχει όμως και ένα καθαρά ελληνικό πολιτικό ζήτημα.

Στις 24 Αυγούστου η ΕΕΕ ζήτησε «ρεαλισμό», μεγαλύτερη ευελιξία και στροφή προς την πρόταση Παναμά–Λιβερίας.

Στις 31 Αυγούστου ο αρμόδιος υπουργός επέκρινε την Ευρωπαϊκή Ένωση επειδή δεν δείχνει αρκετή «κατανόηση» και «ευελιξία».

Η πολιτική συγγένεια των δύο τοποθετήσεων είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Και επαναφέρει ένα παλιό ερώτημα της ελληνικής ναυτιλιακής πολιτικής: πού τελειώνει η απολύτως θεμιτή επιρροή της ελληνικής πλοιοκτησίας και πού αρχίζει η ταύτιση του εθνικού συμφέροντος με το επιχειρηματικό συμφέρον του ελληνόκτητου στόλου;

Η ΕΕΕ έχει κάθε δικαίωμα –και υποχρέωση– να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των μελών της.

Η κυβέρνηση όμως έχει διαφορετική υποχρέωση.

Εκπροσωπεί μια ευρωπαϊκή χώρα με οικονομικά, γεωπολιτικά, διπλωματικά και περιβαλλοντικά συμφέροντα πολύ ευρύτερα από το λειτουργικό κόστος της πλοιοκτησίας.

Το βραχυπρόθεσμο συμφέρον του πλοιοκτήτη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το μακροπρόθεσμο στρατηγικό συμφέρον ούτε της ελληνικής ναυτιλίας ούτε της χώρας.

Και ο αμερικανικός «ρεαλισμός» έχει LNG

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ποιος υπήρξε ο μεγάλος παίκτης της ανατροπής του 2025.

Η κυβέρνηση Τραμπ άσκησε πρωτοφανή πίεση στα κράτη-μέλη του IMO και είχε φθάσει να απειλεί με αντίμετρα όσα υποστήριζαν το NZF.

Σήμερα η αμερικανική επιχειρηματολογία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αναγνώριση του LNG και του bio-LNG.

Δεν είναι άσχετο ότι οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας LNG στον κόσμο και επιδιώκουν σημαντική περαιτέρω αύξηση της εξαγωγικής τους δυναμικότητας.

Ο «ρεαλισμός» λοιπόν δεν είναι ποτέ γεωοικονομικά ουδέτερος.

Και υπάρχει μία ακόμη παράμετρος που η ελληνική διπλωματία οφείλει να εντάξει στα σενάριά της.

Στις 3 Νοεμβρίου διεξάγονται οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, ανάμεσα στους δύο γύρους των διαπραγματεύσεων του IMO. Κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει το αποτέλεσμά τους. Ενδεχόμενη όμως πολιτική αποδυνάμωση του Προέδρου Τραμπ θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητά του να ασκήσει με την ίδια αποτελεσματικότητα την πίεση που άσκησε το 2025.

Δεν είναι πρόβλεψη. Είναι ένα πιθανό γεωπολιτικό σενάριο που μια σοβαρή εθνική διπλωματική προετοιμασία δεν δικαιούται να αγνοήσει.

Δεν μπορεί άλλα στις Βρυξέλλες και άλλα στον IMO

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διαπραγματευτεί σκληρά.

Να ζητήσει αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων του tramp shipping. Να απαιτήσει ρεαλιστικές μεταβατικές περιόδους. Να επιδιώξει τεχνολογική ουδετερότητα. Να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητα. Να διασφαλίσει ότι ο οικονομικός μηχανισμός χρηματοδοτεί πράγματι τη μετάβαση και δεν μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.

Αυτό σημαίνει διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Δεν σημαίνει εγκατάλειψή της.

Γιατί υπάρχει ένα όριο που η κυβέρνηση δεν μπορεί διαρκώς να προσπερνά: δεν μπορεί η Ελλάδα άλλα να συναποφασίζει ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλα να επιδιώκει στον IMO.

Πολύ περισσότερο όταν αυτή τη φορά φαίνεται να υπάρχει πραγματικός χώρος συμβιβασμού.

Μια νέα συμπόρευση με τη «συμμαχία της καθυστέρησης» θα μπορούσε να προσφέρει μία ακόμη πρόσκαιρη αναβολή. Θα κόστιζε όμως ξανά ευρωπαϊκό διπλωματικό κεφάλαιο, θα περιόριζε την ελληνική δυνατότητα διαμόρφωσης των τελικών κανόνων, θα παρέτεινε την επενδυτική αβεβαιότητα και θα ενίσχυε ακριβώς τις περιφερειακές ρυθμίσεις που η ελληνική πλοιοκτησία δηλώνει ότι θέλει να αποφύγει.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λοιπόν άλλη μία «επιτυχία» αναβολής.

Χρειάζεται πρόταση.

Χρειάζεται συμμαχίες μέσα στην Ευρώπη ώστε να βελτιώσει το παγκόσμιο πλαίσιο.

Και χρειάζεται επιτέλους μια ναυτιλιακή διπλωματία που δεν θα μετρά την επιτυχία της από το πόσο καθυστέρησε έναν κανόνα, αλλά από το πόσο συνέβαλε στη διαμόρφωσή του.

Η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη της Ευρώπης έχει την ισχύ να το κάνει.

Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει αυτή την ισχύ για να συνδιαμορφώσει τη λύση – ή για να καθυστερήσει, για δεύτερη φορά, την απόφαση.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Ένα στοίχημα της Ελλάδος με αναφορά στη ναυτιλία.

 

Η αριστεία στη ναυτική εκπαίδευση

Τις ημέρες αυτές, καθώς χιλιάδες υποψήφιοι μετά τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού τους δελτίου και με την ανακοίνωση των διαμορφούμενων βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρατηρούμε ότι και φέτος οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού κινούνται στα ίδια με τα τελευταία χρόνια χαμηλά επίπεδα προτίμησης. Μια εικόνα που τείνει πλέον να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Υποστηρίζουμε ότι παρά τα συνήθως λεγόμενα, οι χαμηλές βάσεις δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το σύμπτωμα.

Πώς είναι δυνατόν η χώρα που διαθέτει τόσο μεγάλο εμπορικό στόλο να δυσκολεύεται να προσελκύσει τους καλύτερους σε προσόντα νέους και νέες στις σχολές που εκπαιδεύουν τους ανθρώπους οι οποίοι θα κυβερνήσουν αυτά τα πλοία;

Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί στους νέους αλλά σε μεγάλο βαθμό σε αυτό που είναι και εκπέμπουν αυτές οι συγκεκριμένες εκπαιδευτικές δομές της Ελλάδας. Προφανώς αφορά συνολικά στο αναπτυξιακό πρότυπο που διαμορφώθηκε για τη ναυτιλία στη χώρα.

Η μεγάλη μεταπολεμική επιτυχία

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Έλληνες εφοπλιστές πέτυχαν, με την διακριτική συνδρομή του ελληνικού κράτους, κάτι που ελάχιστοι θα μπορούσαν τότε να προβλέψουν. Δημιούργησαν, με διορατικότητα, επιχειρηματικό θάρρος και διεθνή εξωστρέφεια, μια από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές δυνάμεις στο κόσμο.

Γύρω από αυτή την επιτυχία αναπτύχθηκε, σταδιακά, ένα ολόκληρο οικοσύστημα υπηρεσιών: εκτός από πλοιοκτησία και την πλοιοδιαχείριση, στην αρχή, έχουμε, αυξανόμενες από τη δεκαετία του ’90 και μετά, ναυλώσεις, ασφαλίσεις, χρηματοδότηση, νομικές υπηρεσίες, τεχνική υποστήριξη, νηογνώμονες, εταιρείες πληροφορικής και δεκάδες ακόμη δραστηριότητες υψηλής εξειδίκευσης. Τελευταία δε, εμφανίζεται ξανά, με φιλόδοξους στόχους, η δυνατότητα ναυπηγικής και ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας.

Η Ελλάδα (Αττική) εμφανίζεται, δικαίως, με διεθνή αναγνώριση ως ένα από τα σημαντικότερα ναυτιλιακά κέντρα του κόσμου.

Πρόκειται για μια επιτυχία που ανήκει πρωτίστως (με τη διακριτική συμβολή του ελληνικού κράτους) στην ελληνική ναυτιλιακή επιχειρηματικότητα και αξίζει να αναγνωρίζεται χωρίς επιφυλάξεις.

Η δεύτερη μεγάλη επιτυχία

Τα τελευταία τριάντα πέντε περίπου χρόνια προστέθηκε ένας ακόμη κρίσιμος πυλώνας.

Τα ελληνικά πανεπιστημιακά Τμήματα Ναυτιλιακών Σπουδών και πολυτεχνικών σχολών σχετικά με τη Ναυπηγική, απέδειξαν ότι μπορούν να παράγουν στελέχη υψηλού επιπέδου για το διεθνές ναυτιλιακό cluster.

Σήμερα, απόφοιτοί τους εργάζονται σε ελληνικές και ξένες ναυτιλιακές επιχειρήσεις, σε διεθνείς οργανισμούς, σε τράπεζες, σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, σε εταιρείες logistics, σε νηογνώμονες και σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που στηρίζουν τη διεθνή ναυτιλία.

Δεν πρόκειται για σύμπτωση.

Είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης προσπάθειας πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, διδασκόντων, φοιτητών και της ίδιας της αγοράς, η οποία εμπιστεύθηκε τα ελληνικά πανεπιστήμια.

Η Ελλάδα, στην προκείμενη περίπτωση, απέδειξε ότι μπορεί να παράγει ανθρώπινο κεφάλαιο διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

Ο κρίκος που λείπει

Υπάρχει όμως ένας κρίκος που όλο και περισσότερο φαίνεται η χώρα να υστερεί.

Η ναυτική εκπαίδευση.

Εντοπίζουμε δηλαδή εδώ τη μεγάλη ελληνική αντίφαση.

Η χώρα που πολίτες της και επιχειρήσεις της διαθέτουν έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο, στη πλοιοκτησία και πλοιοδιαχείριση, δεν έχει καταφέρει να καταστήσει τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού πόλο έλξης για τους καλύτερους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, της χώρας αλλά και γιατί όχι διεθνώς.

Το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικό, γιατί δεν αφορά μόνο τις ενδεχόμενες κενές θέσεις από την έλλειψη προτίμησης για τις σχολές αυτές ή τις χαμηλές βάσεις.

Αφορά κυρίως το επίπεδο των προσδοκιών που δημιουργεί το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Το σύγχρονο πλοίο είναι σήμερα μια από τις πιο σύνθετες τεχνολογικές εγκαταστάσεις στον κόσμο.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση, η κυβερνοασφάλεια, οι νέες μορφές καυσίμων, η πράσινη μετάβαση, οι ολοένα αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις και η διαχείριση πολυεθνικών πληρωμάτων μεταβάλλουν ριζικά το επάγγελμα του ναυτικού.

Η διεθνής ναυτιλία δεν ζητά απλώς περισσότερους αξιωματικούς. Ζητά και πολύ καλύτερα εκπαιδευμένους.

Οι νέοι όμως άνθρωποι, με υψηλότερα προσόντα, που θα είναι ικανοί να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις, είναι προφανές ότι έχουν και διαφορετικές προσδοκίες, από ότι οι συνάδελφοί τους στο παρελθόν.

Δεν αρκούνται σε μια υπόθεση για άμεση και ενδεχομένως εγγυημένη επαγγελματική αποκατάσταση, μετά τις σπουδές.

Αναζητούν ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον που να εμπνέει κύρος, ποιότητα, διεθνή προοπτική και δυνατότητες διαρκούς εξέλιξης.

Το θεσμικό ζήτημα που αποσιωπούμε.

Είναι ίσως η πιο δύσκολη συζήτηση, για όποιον επιλέξει να την ανοίξει, αλλά όμως αναγκαία να γίνει.

Οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού εξακολουθούν να λειτουργούν περισσότερο ως διοικητικές δομές του Υπουργείου Ναυτιλίας και του Λιμενικού Σώματος και λιγότερο ως σύγχρονα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Το ζήτημα δεν αφορά τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος.

Το Λιμενικό Σώμα έχει και πρέπει να συνεχίσει να έχει, σημαντικό ρόλο στην εποπτεία της ναυτικής εκπαίδευσης, στην εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων και στην πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων.

Η εποπτεία, όμως, δεν ταυτίζεται με την ακαδημαϊκή διοίκηση. Και τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος που καλούνται να διοικήσουν αυτές τις σχολές δεν έχουν καμιά εξειδίκευση για το management εκπαιδευτικής δομής.

Στις περισσότερες προηγμένες ναυτικές χώρες, η κρατική αρχή πιστοποιεί και εποπτεύει. Η εκπαιδευτική διοίκηση ασκείται με ακαδημαϊκά κριτήρια, με στόχο την ποιότητα, την καινοτομία, τη διεθνοποίηση, την αξιολόγηση και την αριστεία.

Αυτό δεν είναι μια οργανωτική λεπτομέρεια. Είναι διαφορετική φιλοσοφία.

Οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως αποκεντρωμένες υπηρεσίες του επί τη Ναυτιλία Υπουργείου, δια μέσω του Λιμενικού Σώματος.

Ούτε να διασπείρονται σε νησιά και περιοχές, κατακερματισμένες σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή. Δώδεκα δημόσιες Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού σε δώδεκα σημεία της χώρας…

Αναφερόμαστε σε ιδρύματα ανώτατης διεπιστημονικής εκπαίδευσης, παραγωγής ανθρώπινου κεφαλαίου υψηλής εξειδίκευσης.

Ώρα για εθνικό σχεδιασμό και στρατηγική.

Είναι η ώρα για μια νέα στρατηγική στη ναυτική εκπαίδευση.

Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Όχι ακόμη μία επέκταση, σε διάφορες πόλεις και νησιά, του δικτύου σχολών, με τα γνωστά πελατειακά κριτήρια του πολιτικού μας συστήματος.

Το ζητούμενο είναι:

  • Λιγότερος κατακερματισμός και περισσότερη συγκέντρωση δυνάμεων.
  • Ισχυρότερες εκπαιδευτικές μονάδες.
  • Κρίσιμη μάζα εξειδικευμένου διδακτικού και επιστημονικού  προσωπικού.
  • Σύγχρονα εργαστήρια και προσομοιωτές.
  • Διεθνείς συνεργασίες.
  • Παραγωγή γνώσης.
  • Αξιολόγηση.
  • και κυρίως μια νέα διοικητική κουλτούρα που θα υπηρετεί πρωτίστως την ακαδημαϊκή αποστολή.

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η δημιουργία μιας Εθνικής Αρχής Ποιότητας και Στρατηγικού Σχεδιασμού της Ναυτικής Εκπαίδευσης, η οποία θα μπορεί να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα, να αξιολογεί, να συγκρίνει, να εισηγείται και να συνδέει την ποιότητα με τη χρηματοδότηση και την ανάπτυξη. Η θετική εμπειρία της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) είναι ένα καλό δείγμα πρακτικής που μπορούμε να αξιοποιήσουμε στην περίπτωσή μας.

Δεν πρόκειται για μία ακόμη δημόσια υπηρεσία. Πρόκειται για τον θεσμό που μπορεί να δώσει για πρώτη φορά εθνική στρατηγική συνοχή στη ναυτική εκπαίδευση.

Ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα της χώρας με αναφορά στη ναυτιλία.

Η Ελλάδα έχει ήδη κατακτήσει μια μοναδική θέση στην παγκόσμια ναυτιλία.

  • Διαθέτει ισχυρή πλοιοκτησία.
  • Διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα διεθνώς ναυτιλιακά clusters.
  • Διαθέτει πανεπιστήμια που παράγουν στελέχη υψηλής ποιότητας για τη διεθνή ναυτιλιακή αγορά.

Απομένει όμως ακόμη ένα σημαντικό βήμα.

Να αποκτήσει και ένα σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης αντάξιο της ναυτιλιακής της υπεροχής.

Αυτό δεν αποτελεί μόνο εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Αποτελεί αναπτυξιακή επιλογή, πολιτική ανθρώπινου κεφαλαίου, πολιτική απασχόλησης και εθνική στρατηγική.

Γιατί μια μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη δεν ολοκληρώνεται όταν διαθέτει μόνο ικανότητα πλοιοκτησίας και πλοιοδιαχείρισης.

Ολοκληρώνεται όταν διαθέτει και τις καλύτερες σχολές για τους ανθρώπους που τα καθιστούν λειτουργικά, κερδοφόρα και ασφαλή για τη πλεύση τους.

Και αυτό είναι, ίσως, ένα ακόμη από τα μεγάλα στοιχήματα της ελληνικής ναυτιλίας.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Ακόμη ένα στοίχημα για την ελληνική ναυτιλία


 https://www.efsyn.gr/stiles/1433837/akomi-ena-stoihima-gia-tin-elliniki-naytilia/

Εφημερίδα των Συντακτών 23 Ιουλίου 2026

Η αριστεία στη ναυτική εκπαίδευση

Τις ημέρες αυτές, καθώς ολοκληρώνεται η διαδικασία συμπλήρωσης των μηχανογραφικών δελτίων και διαμορφώνονται οι βάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια, όλα δείχνουν ότι και φέτος οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού θα κινηθούν, ως συνήθως, στα χαμηλά επίπεδα προτίμησης των τελευταίων ετών.

Οι χαμηλές βάσεις, όμως, δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το σύμπτωμα.

Πώς είναι δυνατόν μια χώρα που διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο να δυσκολεύεται να προσελκύσει τους καλύτερους νέους και τις καλύτερες νέες στις σχολές που εκπαιδεύουν τα στελέχη τα οποία θα κυβερνήσουν αυτά τα πλοία;

Η ελληνική ναυτιλία γνώρισε δύο μεγάλες επιτυχίες.

Η πρώτη, η ιστορική, ήταν η μεταπολεμική ανάπτυξη της ελληνικής πλοιοκτησίας και της πλοιοδιαχείρισης. Με τη συμβολή της ελληνικής επιχειρηματικότητας και τη διακριτική στήριξη του κράτους, δημιουργήθηκε στη χώρα τα τελευταία 40 χρόνια, σταδιακά, ένα από τα σημαντικότερα ναυτιλιακά κέντρα στον κόσμο, με ναυλώσεις, χρηματοδότηση, ασφαλίσεις, τεχνικές και νομικές υπηρεσίες και ένα ολόκληρο οικοσύστημα δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η δεύτερη επιτυχία ήρθε τα τελευταία περίπου τριάντα πέντε χρόνια. Τα ελληνικά πανεπιστημιακά Τμήματα Ναυτιλιακών Σπουδών και οι συναφείς πολυτεχνικές σχολές απέδειξαν ότι μπορούν να παράγουν στελέχη υψηλού επιπέδου για τη διεθνή ναυτιλιακή αγορά. Χιλιάδες απόφοιτοί τους στελεχώνουν σήμερα ναυτιλιακές επιχειρήσεις, διεθνείς οργανισμούς, τραπεζικά τμήματα, ασφαλιστικούς οργανισμούς, νηογνώμονες και εταιρείες logistics στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Υπάρχει όμως ένας κρίκος που φαίνεται να υστερεί. Η ναυτική εκπαίδευση.

Ας αναδείξουμε λοιπόν αυτή τη μεγάλη ελληνική αντίφαση.

Η χώρα που πρωταγωνιστεί στην πλοιοκτησία και στην πλοιοδιαχείριση δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού σε πόλο έλξης για νέους και νέες υψηλών προσόντων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι κενές θέσεις ή οι χαμηλές βάσεις. Είναι ότι το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα δεν εκπέμπει την εικόνα μιας εκπαιδευτικής κουλτούρας και χαρακτηριστικών υψηλού κύρους και διεθνούς προοπτικής.

Κι όμως, η διεθνής ναυτιλία δεν ζητά σήμερα μόνον περισσότερους αξιωματικούς. Τους ζητά και καλύτερα εκπαιδευμένους.

Το σύγχρονο πλοίο αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες τεχνολογικές εγκαταστάσεις στον κόσμο. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση, η κυβερνοασφάλεια, τα νέα καύσιμα και η πράσινη μετάβαση μεταβάλλουν ριζικά το περιεχόμενο του ναυτικού επαγγέλματος.

Οι νέοι που μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις έχουν εύλογα και υψηλότερες προσδοκίες από το εκπαιδευτικό σύστημα που θα επιλέξουν.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το θεσμικό ζήτημα που αποφεύγουμε επί δεκαετίες να συζητήσουμε.

Οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού εξακολουθούν να λειτουργούν περισσότερο ως διοικητικές δομές του Υπουργείου Ναυτιλίας παρά ως σύγχρονα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Ας είμαστε σαφείς. Το ζήτημα δεν αφορά τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος, τα οποία επιτελούν τον θεσμικό τους ρόλο στην εποπτεία της ναυτικής εκπαίδευσης και στην εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων.

Αφορά το ίδιο το διοικητικό μοντέλο.

Στις περισσότερες προηγμένες ναυτικές χώρες η κρατική αρχή εποπτεύει και πιστοποιεί. Η διοίκηση, όμως, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ασκείται με ακαδημαϊκά κριτήρια, με στόχο την ποιότητα, τη διεθνοποίηση, την αξιολόγηση και την αριστεία.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία αποσπασματική παρέμβαση. Χρειάζεται εθνική στρατηγική για τη ναυτική εκπαίδευση.

Λιγότερο κατακερματισμό, ισχυρότερες εκπαιδευτικές μονάδες, κρίσιμη μάζα διδακτικού προσωπικού, σύγχρονες υποδομές, διεθνείς συνεργασίες, συστηματική αξιολόγηση και μια νέα διοικητική κουλτούρα που θα υπηρετεί πρωτίστως την ακαδημαϊκή αποστολή. Η δημιουργία μιας Εθνικής Αρχής Ποιότητας και Στρατηγικού Σχεδιασμού της Ναυτικής Εκπαίδευσης, στα πρότυπα και με την εμπειρία της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), θα μπορούσε να αποτελέσει τον θεσμό που θα δώσει για πρώτη φορά στρατηγική συνοχή σε αυτή την προσπάθεια.

Η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να πρωταγωνιστεί στην πλοιοκτησία, στην πλοιοδιαχείριση και στην παραγωγή στελεχών για το διεθνές ναυτιλιακό cluster.

Απομένει και αυτό ακόμη το μεγάλο βήμα.

Να αποκτήσει και ένα σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης αντάξιο της ναυτιλιακής της υπεροχής.

Γιατί μια πραγματικά μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη δεν διακρίνεται μόνο από τα πλοία που διαθέτει και διαχειρίζεται.

Διακρίνεται και από την ποιότητα των ανθρώπων που εκπαιδεύει για να τα κυβερνήσουν.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Μετά το μνημόνιο ΗΠΑ–Ιράν: η Ελλάδα και η ναυτιλία της.

Η επόμενη μέρα του μνημονίου ειρήνης ΗΠΑ–Ιράν, προφανώς και με τις όποιες επιφυλάξεις, δημιουργεί αισθήματα παγκόσμιας ανακούφισης και αισιοδοξίας. Με την ευχή να μην υπονομευθεί...

Όλοι, θεσμοί, κράτη και κοινωνίες των πολιτών, θα πρέπει ψύχραιμα να επιχειρήσουν κάποιον απολογισμό των επιλογών τους. Για την Ελλάδα π.χ. να συζητήσουμε: τι άφησε στη χώρα η εξωτερική πολιτική των τελευταίων μηνών, αν διεύρυνε και ενίσχυσε το διπλωματικό της κεφάλαιο και επιρροή και αν προστάτευσε το πιο διεθνοποιημένο εθνικό της κεφάλαιο, την ελληνική ναυτιλία.

Η απάντηση μπορεί και να μην είναι ευχάριστη. Η ελληνική ναυτιλία είναι αρκετά ισχυρή, δεν βρέθηκε τελείως εκτός παιχνιδιού, ούτε έχασε τη θέση της στις παγκόσμιες θαλάσσιες μεταφορές. Συγκυριακά μάλιστα φαίνεται να κερδίζει από την αύξηση των ναύλων. Όμως η “προστασία” από τους διεθνείς κανόνες και θεσμούς, με την συνδρομή του ελληνικού κράτους, δεν μετριέται από το αν και ποια πλοία πέρασαν, αν κάποιοι ναύλοι αυξήθηκαν ή αν κάποιοι πλοιοκτήτες κέρδισαν σε αυτή τη φάση από την αναστάτωση. Η πραγματική προστασία ενός παγκόσμιου εμπορικού στόλου απαιτεί κάτι βαθύτερο: διπλωματικό κεφάλαιο, ανοιχτούς διαύλους, δυνατότητα συνομιλίας με όλες τις πλευρές και ικανότητα της χώρας να μη μετατρέπεται σε δεδομένο συμπλήρωμα στρατηγικών άλλων.

Υπό αυτή την έννοια ας επιχειρήσουμε κάποιες αρχικές σκέψεις/παρατηρήσεις:

·       Η Ελλάδα, δεν επέλεξε να αξιοποιήσει τη θέση της ως ευρωπαϊκή, ναυτιλιακή και μεσογειακή χώρα.

·       Επέλεξε μια σχεδόν πλήρη πολιτική ευθυγράμμιση με τον αμερικανοϊσραηλινό άξονα.

Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως συμμετοχή στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Μόνο που η Ιστορία, όπως συνήθως, δεν επιβεβαιώνει εύκολα τα συνθήματα. Οι ΗΠΑ, αφού επένδυσαν στη στρατιωτική πίεση, κατέληξαν τελικά σε διαπραγμάτευση. Το Ιράν, παρά το κόστος, δεν κατέρρευσε. Τα Στενά του Ορμούζ δεν επέστρεψαν απλώς στην προηγούμενη κανονικότητα. Το Ισραήλ και για να είμαστε σαφείς η πολιτική του κου Νετανιάχου, φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως, τουλάχιστον, προβληματική για τις διεθνείς επιλογές και σε μια μορφή σχετικής απομόνωσης… Και η περιοχή εισέρχεται σε μια νέα φάση αβέβαιων ισορροπιών.

Η Ελλάδα τι κέρδισε από τη στάση της αυτούς τους 3 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες;

Αν επιχειρήσουμε μια καταγραφή θα είναι ελάχιστα τα εμφανή και ορατά οφέλη. Εκείνο όμως που μπορούμε να διακρίνουμε είναι ότι, “φορτώθηκε” η χώρα με πρόσθετο γεωπολιτικό ρίσκο, μείωσε τα περιθώρια διαμεσολάβησης και έδειξε ότι δυσκολεύεται να διακρίνει τη συμμαχική συνέπεια από τη στρατηγική αυτοϋπονόμευσης. Άλλο πράγμα να τοποθετείσαι στη Δύση και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλο να συμπεριφέρεσαι σαν να μην έχεις συνείδηση της δική σου γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας αλλά και σε κάθε περίπτωση τη δική σου ναυτιλία, δική σου γεωγραφία και δικές σου ιστορικές σχέσεις με τον αραβικό και περσικό κόσμο.

Το πιο ανησυχητικό όμως από όλα, είναι ότι η ελληνική στάση δεν διαμορφώθηκε ως μέρος μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής. Δεν φάνηκε να υπηρετεί μια συνεκτική αντίληψη για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, την ενεργειακή σταθερότητα, τη ναυτιλιακή ουδετερότητα και τον ρόλο της Ευρώπης ως δύναμης ειρήνης. Αντιθέτως, έμοιαζε να ακολουθεί τον συνήθη πειρασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: να αποδεικνύει διαρκώς στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, ότι είναι απολύτως πρόθυμη, διαθέσιμη και προβλέψιμη.

Δεν μας εκφράζει η σχολή σκέψης που για οτιδήποτε πρέπει να εμπλέκει και τους γείτονές μας, αλλά έχει ενδιαφέρον να συζητήσουμε τις επιλογές της Τουρκίας να κινηθεί διαφορετικά. Χωρίς να εγκαταλείψει τις δικές της αντιφάσεις, κράτησε διαύλους, μίλησε με όλες τις πλευρές, κατήγγειλε ρητορικά το Ισραήλ, συνομιλούσε με την Ουάσιγκτον και διατήρησε ρόλο χρήσιμου μεσολαβητή. Στην ουσία παρακολούθησε προσεκτικά και σε διαφορετική κλίμακα, αυτό που επιχείρησε το Πακιστάν. Προφανώς και είναι λάθος να εξιδανικεύσει κανείς την τουρκική πολιτική, αλλά δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε σε πρώτη τουλάχιστον ανάγνωση ότι, σε αυτό το πεδίο, η Άγκυρα με την ισλαμική επικράτηση στο εσωτερικό της, ισορρόπησε, παρά τις εγγενείς αγκυλώσεις, περισσότερο λειτουργικά από την Αθήνα ως προς τη σημασία της διπλωματικής ευελιξίας.

Θα επιχειρήσουμε να δούμε σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο τι μπορεί να σημαίνουν αυτά για την ελληνική ναυτιλία. Φαίνεται ότι βρέθηκε να εξαρτάται περισσότερο από τις αποφάσεις τρίτων παρά από την ενεργητική προστασία της ελληνικής πολιτείας. Το Ορμούζ άνοιξε, τα πλοία ελληνικών συμφερόντων μπορούν να κινηθούν και οι ναυτικοί τους (Έλληνες και μη) να “απελευθερωθούν” από το ιδιότυπο καθεστώς “αιχμαλώτων πολέμου” που στην ουσία βρέθηκαν, όχι γιατί η Ελλάδα άσκησε κάποια ειδική επιρροή ή επειδή έκανε κάποια παρέμβαση σε διεθνές επίπεδο. Αν σήμερα έχουμε μια αισιόδοξη προσδοκία ότι οι ναυτιλιακοί κίνδυνοι μειώνονται, είναι επειδή ΗΠΑ και Ιράν έφτασαν σε αυτόν το προσωρινό, μεν αλλά, συμβιβασμό, δε. Αν αύριο υπάρξουν τέλη διέλευσης, νέοι περιορισμοί, ασφαλιστικές επιβαρύνσεις ή επιλεκτικές πιέσεις σε πλοία χωρών που θεωρήθηκαν εχθρικές, η Ελλάδα υπάρχει κίνδυνος να έχει κάπως περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης από όση θα είχε αν είχε κρατήσει πολυδιάστατη στάση.

Η κυβέρνηση μπορεί να ισχυριστεί ότι κινήθηκε στο πλαίσιο των συμμαχιών της. Αυτό δεν είναι λάθος. Αλλά δεν αρκεί. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι τελετή δηλώσεων νομιμοφροσύνης. Είναι τέχνη διαχείρισης συμφερόντων, κινδύνων και μελλοντικών συσχετισμών. Και σε αυτή την τέχνη, η Ελλάδα εμφανίστηκε περισσότερο ως ακόλουθος παρά ως χώρα με αυτοτελή στρατηγική.

Συνήθως σε τέτοιες συζητήσεις κάποιοι/ες επιλέγουν να θέτουν το “αθώο” ερώτημα, αν η Ελλάδα έπρεπε να κρατήσει μια στάση πιο φιλοϊρανική. Προφανώς και η χώρα μας πρέπει να είναι από θέση αρχής υποστηρικτής των δημοκρατικών λειτουργιών των κοινωνιών, κάτι που δεν έχει σχέση με το καθεστώς αυτής της χώρας. Αυτό που θέτουμε προς συζήτηση είναι γιατί η Ελλάδα θα έπρεπε να γίνει τόσο μονομερώς προβλέψιμη; Αν έπρεπε να αγνοήσει ότι η ναυτιλία της κινείται σε όλες τις θάλασσες, συναλλάσσεται με όλες τις αγορές και χρειάζεται ασφάλεια όχι μόνο από φίλους, αλλά και από αντιπάλους. Αν έπρεπε να απομακρυνθεί τόσο εύκολα από την παράδοση μιας πιο σύνθετης μεσογειακής διπλωματίας.

Η επόμενη μέρα του μνημονίου ΗΠΑ–Ιράν αφήνει στην Ελλάδα ένα μάθημα που δεν πρέπει να χαθεί: οι μεγάλες δυνάμεις πολεμούν, πιέζουν, διαπραγματεύονται και τελικά αλλάζουν γραμμή όταν το συμφέρον τους το απαιτεί. Οι μικρότερες χώρες, αν δεν προσέχουν, μένουν στο κενό και φορτώνονται το κόστος, των πριν την συμφωνία επιλογών και συμπεριφορών τους.

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία διαθέτει μεγάλη ναυτιλιακή παρουσία στον κόσμο, αυτό είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Η ναυτιλία δεν προστατεύεται με συνθήματα και ανούσιε κολακείες σε παράγοντες της πλοιοκτησίας, ούτε με οπερετικές επιδείξεις γεωπολιτικής αυτοπεποίθησης. Προστατεύεται με σοβαρότητα, ευρωπαϊκή πυξίδα, διπλωματική αυτονομία και ικανότητα να μιλάς ακόμη και με εκείνους με τους οποίους διαφωνείς.

Αν κάτι αποδείχθηκε, είναι ότι η «σωστή πλευρά της Ιστορίας» δεν μπορεί να είναι άλλοθι για λάθος ανάγνωση της πραγματικότητας. Και η ελληνική ναυτιλία χρειάζεται κράτος που να προβλέπει, όχι κυβέρνηση που απλώς ευθυγραμμίζεται.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Η ναυτιλία φαίνεται να αλλάζει πορεία: Η Ελλάδα πως θα πορευτεί;

 
Στην Εφημερίδα των Συντακκτών (17-06-2026) (https://www.efsyn.gr/stiles/1407510/i-naytilia-fainetai-na-allazei-poreia-i-ellada-pos-tha-poreytei/).

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομότιμου Καθηγητή
Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η ολοκλήρωση της συνεδρίασης MEPC 84 του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) δεν έδωσε οριστικές απαντήσεις για το μέλλον της απανθρακοποίησης της ναυτιλίας. Έδωσε όμως ένα εξαιρετικά χρήσιμο πολιτικό συμπέρασμα: παρά τις πιέσεις, τις αναβολές και τις αντιστάσεις, η μετάβαση δεν σταματά.

Το Net-Zero Framework δεν κατέρρευσε. Παρέμεινε το μοναδικό παγκόσμιο πλαίσιο πάνω στο οποίο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις. Το μπλοκ των χωρών, που αντιδρούν σε κάθε ουσιαστικό μηχανισμό περιορισμού των εκπομπών, δεν κατάφερε να το ακυρώσει. Προφανώς όμως κατάφερε να κερδίσει χρόνο.

Ας προσπαθήσουμε να είμαστε σαφείς.

Η σχετική αυτή αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον το αν η ναυτιλία θα κληθεί να μειώσει δραστικά τις εκπομπές της. Αυτό έχει ήδη αποφασιστεί. Αφορά τον τρόπο, την ταχύτητα και το ποιος θα καθορίσει τους κανόνες της μετάβασης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιλέξει να κινηθεί μπροστά. Με το ETS, το FuelEU Maritime και πλέον με τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής βιομηχανικής στρατηγικής για τη ναυτιλία, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής. Ούτε τέλειο είναι ούτε απαλλαγμένο από αδυναμίες. Όμως υπάρχει.

Επί αυτού του θέματος μπαίνουν τα σκληρά ερωτήματα.

Γιατί ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι παρά τις αδυναμίες της, η ευρωπαϊκή πρόταση, παραμένει η μόνη ολοκληρωμένη και εφαρμόσιμη βάση συζήτησης που βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι. Αντίθετα, οι εναλλακτικές, που προβάλλονται στο όνομα του «ρεαλισμού», δεν συνιστούν πραγματική εναλλακτική πολιτική.

Συνιστούν όντως μια λειτουργική τακτική αναβολής της πολιτικής απόφασης.

Έτσι όμως δεν δίνεται απάντηση στο προκλητικά ξεροκέφαλο ερώτημα:

Αν όχι το Net-Zero Framework, τότε τι;

Αν όχι κάποιο οικονομικό σήμα προς την αγορά, ποιος ακριβώς μηχανισμός θα κινητοποιήσει τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων που απαιτούνται για νέα καύσιμα, νέες τεχνολογίες και νέες υποδομές;

Αν όχι ένα παγκόσμιο πλαίσιο, γιατί υπονομεύεται διαρκώς το μοναδικό παγκόσμιο πλαίσιο που βρίσκεται σήμερα υπό διαπραγμάτευση;

Η αντίφαση είναι εμφανής. Όσοι υποστηρίζουν ότι χρειάζονται παγκόσμιες λύσεις, αντιδρούν στα εργαλεία που μπορούν να τις καταστήσουν εφικτές. Όσοι καταγγέλλουν τον κατακερματισμό των κανονισμών, συμβάλλουν στη διαιώνιση του αδιεξόδου που τον τροφοδοτεί.

Η ιστορία των τελευταίων ετών είναι αποκαλυπτική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προχώρησε σε περιφερειακές ρυθμίσεις επειδή επιθυμούσε να επιβάλει τη βούλησή της στον υπόλοιπο κόσμο. Προχώρησε επειδή ο IMO αδυνατούσε επί χρόνια να καταλήξει σε δεσμευτικές αποφάσεις με την απαιτούμενη ταχύτητα. Η ευρωπαϊκή παρέμβαση υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα της διεθνούς αδράνειας.

Υπό αυτή την έννοια μας απασχολεί η στάση της Ελλάδας μιας και από διεθνείς παράγοντες έχουν τεθεί εύλογοι προβληματισμοί.

Η αποχή της χώρας από την κρίσιμη διαδικασία αναβολής του 2025 και η μετέπειτα στάση της, δημιούργησαν την εικόνα μιας χώρας που απομακρύνεται από την ευρωπαϊκή γραμμή και συγκλίνει πρακτικά με τη συμμαχία των χωρών που επιδιώκουν την καθυστέρηση. Δεν πρόκειται για τυπική ταύτιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Πρόκειται όμως για ένα πολιτικό αποτέλεσμα που καταγράφεται πλέον και διεθνώς.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν εξετάσουμε τον ρόλο της ελληνικής πλοιοκτησίας. Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί εθνικό κεφάλαιο και έναν από τους ισχυρότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας. Ακριβώς γι’ αυτό, η ευθύνη της είναι μεγαλύτερη.

Όταν η θεσμική εκπροσώπηση της πλοιοκτησίας επηρεάζει καθοριστικά την εθνική θέση, οφείλει να παρουσιάζει όχι μόνο κριτική, αλλά και εναλλακτικές λύσεις. Μέχρι σήμερα, όμως, η βασική πρόταση φαίνεται να συνοψίζεται στο «όχι ακόμη». Όχι σε εισπράξεις, όχι στην τιμολόγηση άνθρακα, όχι στις δεσμευτικές ρυθμίσεις, όχι στις περιφερειακές πρωτοβουλίες…

Η διαρκής αναβολή, όμως, μπορεί να είναι μια τακτική κάποιου ενδιαφερόμενου μέρους αλλά δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική μια χώρας.

Όταν μάλιστα η ίδια η αγορά ήδη αλλάζει. Οι ναυλωτές, οι χρηματοδότες, οι ασφαλιστές και οι μεγάλοι φορτωτές ενσωματώνουν όλο και περισσότερο κριτήρια περιβαλλοντικής επίδοσης στις αποφάσεις τους. Η μετάβαση δεν προχωρά μόνο μέσω των κανονισμών. Προχωρά και μέσω των ίδιων των αγορών.

Γι’ αυτό το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη. Είναι αν η Ελλάδα θα συμβάλει στη διαμόρφωσή της ή θα συνεχίσει να επενδύει στην αναβολή της.

Η ναυτιλία υπήρξε πάντοτε δύναμη προσαρμογής και καινοτομίας. Δεν της ταιριάζει ο ρόλος του ουραγού των εξελίξεων ούτε η υπεράσπιση ενός κοντόφθαλμου ωφελιμισμού που συγχέει το βραχυπρόθεσμο κόστος με το μακροπρόθεσμο συμφέρον.

Η μετάβαση θα γίνει. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που θα έχουν συμβάλει στον σχεδιασμό της ή ανάμεσα σε όσους θα κληθούν απλώς να προσαρμοστούν σε αποφάσεις που έλαβαν άλλοι χωρίς την δικής συμβολή.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Ελευσίνα: Υποπαραχώρηση χωρίς ωρίμανση. “Μαθητευόμενοι μάγοι” και αναγκαστική προσαρμογή


1. Από τη “φωτογραφική” προσέγγιση στην υποπαραχώρηση

Η περίπτωση του λιμένα Ελευσίνας παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα —αν όχι διδακτική— μεταβολή. Από τις πρώιμες προσεγγίσεις που θύμιζαν περισσότερο διοικητικό αυτοσχεδιασμό, όπως είχε επισημανθεί και στο προηγούμενο σχετικό άρθρο μας στη Μεταρρύθμιση περί «μαθητευόμενων μάγων», έχουμε οδηγηθεί πλέον σε μια εμφανή μετατόπιση: από τη νομοθετική διευκόλυνση συγκεκριμένων επιχειρηματικών σχημάτων προς ένα σχήμα υποπαραχώρησης δραστηριοτήτων, που προσεγγίζει κάπως το ευρωπαϊκό landlord model παραχωρήσεων επί μέρους λιμενικών δραστηριοτήτων, το οποίο —σε αντίθεση με την ολική παραχώρηση— διασφαλίζει στρατηγικό έλεγχο, ρυθμιστική συνοχή και ευελιξία ανάπτυξης.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για θεσμική ωρίμανση. Πρόκειται όμως απλώς περί μιας ακόμη επιβεβαίωσης του διαχρονικού αξιώματος ότι «ανάγκας και θεοί πείθονται». Διότι η μετατόπιση αυτή δεν φαίνεται να προέκυψε από εσωτερική στρατηγική αναθεώρηση των παραγόντων λήψης αποφάσεων επί της εθνικής λιμενικής πολιτικής, αλλά από τη συσσώρευση περιορισμών —θεσμικών, χρηματοδοτικών και, πλέον, ευρωπαϊκών.


2. Η πρόωρη “επενδυτική αφήγηση” για ένα “ανώριμο project” που ακόμη αναζητεί τις προϋποθέσεις υλοποίησής του

Στην περίπτωση της Ελευσίνας, παρατηρείται για ακόμη μία φορά η αντιστροφή της ορθολογικής ακολουθίας σχεδιασμού: η επενδυτική αφήγηση προηγείται της ουσιαστικής ωρίμανσης.

Παρά την αλλαγή εργαλείου, η βασική αντίφαση παραμένει. Η Ελευσίνα συνεχίζει να προβάλλεται ως επενδυτικό project, ενώ τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της παραμένουν ασαφή ή ανεκπλήρωτα.

Τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν ότι κρίσιμες προϋποθέσεις παραμένουν ανολοκλήρωτες:

  • τεχνικά ζητήματα βυθισμάτων και λειτουργικότητας της λιμενολεκάνης,
  • ύπαρξη σημαντικού αριθμού ναυαγίων και εγκαταλελειμμένων πλοίων,
  • υψηλό και ασαφώς κατανεμημένο κόστος απορρύπανσης και αποκατάστασης,
  • απουσία εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για βασικές υποδομές.

Οι παράμετροι αυτές δεν αποτελούν «δευτερογενείς εκκρεμότητες», αλλά θεμελιώδεις όρους λειτουργίας ενός λιμένα. Η παράκαμψή τους οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ψευδο-ωρίμανση: η αγορά καλείται να αξιολογήσει ένα asset του οποίου το φυσικό και λειτουργικό αντικείμενο δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.

Η επιμονή, λοιπόν, στην προώθηση διαγωνιστικών διαδικασιών υπό αυτές τις συνθήκες παραπέμπει σε μια γνώριμη πρακτική: πρώτα κατασκευάζεται το επενδυτικό αφήγημα και κατόπιν αναζητούνται —ενίοτε εναγωνίως— οι προϋποθέσεις που θα το στηρίξουν.


3. Το Υπερταμείο και τα όρια του ρόλου του ως διαχειριστής λιμενικών στρατηγικών

Ο ρόλος του Υπερταμείο έχει καταστεί από την κυβέρνηση κρίσιμος. πλην όμως έχει εξελιχθεί και αντιφατικός για τη λιμενική πολιτική της χώρας και η περίπτωση της Ελευσίνα θα αποδειχθεί ενδεικτική των ορίων του.

Ως asset manager, το Υπερταμείο μπορεί να οργανώνει διαγωνισμούς και να “συσκευάζει” επενδυτικές ευκαιρίες. Δεν είναι, όμως, φορέας λιμενικής πολιτικής. Δεν διαθέτει ούτε την αρμοδιότητα ούτε τα εργαλεία για:

  • ολοκληρωμένο λιμενικό σχεδιασμό,
  • ιεράρχηση χρήσεων και θεσμική συνοχή,
  • επίλυση χωροταξικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων.

Όταν, συνεπώς, προωθείται διαγωνιστική διαδικασία χωρίς την προηγούμενη διαχείριση των παραπάνω, το αποτέλεσμα δεν είναι επιτάχυνση αλλά μετακύλιση κινδύνου και, τελικά, αποδυνάμωση της αξιοπιστίας του ίδιου του εγχειρήματος.

Έτσι, αντί να επιλύεται το πρόβλημα, μετατίθεται. Το asset δεν ωριμάζει — απλώς εκτίθεται στην αγορά, με την προσδοκία ότι ο επενδυτής θα απορροφήσει τις αβεβαιότητες. Πρόκειται για μια πρακτική που ενδέχεται να παράγει ενδιαφέρον, αλλά δύσκολα παράγει βιώσιμα αποτελέσματα.


4. Η Ελευσίνα ως έκφανση του Α-Διοίκητου του εθνικού λιμενικού συστήματος

Η συγκεκριμένη περίπτωση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, δομικό πρόβλημα, το οποίο έχει ήδη αναδειχθεί σε προηγούμενη αρθρογραφία. Η Ελευσίνα δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει το διαρθρωτικό πρόβλημα του Α-Διοίκητου του λιμενικού συστήματος:

  • απουσία ενιαίας στρατηγικής,
  • κατακερματισμός αρμοδιοτήτων,
  • ασθενής ή τυπικός ρόλος των λιμενικών αρχών για να λειτουργήσουν ως πραγματικοί landlords,
  • αποσπασματική προώθηση έργων χωρίς προηγούμενη συστημική ένταξη.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και η υιοθέτηση ενός ορθότερου μοντέλου —όπως η υποπαραχώρηση— κινδυνεύει να λειτουργήσει ως τυπική συμμόρφωση και όχι ως ουσιαστική μεταρρύθμιση.


5. Το landlord model ως σύστημα, η ευρωπαϊκή στρατηγική και η αναγκαστική προσαρμογή

Το landlord model δεν εξαντλείται σε μια επιλογή νομικής δομής. Προϋποθέτει:

  • λειτουργική και ισχυρή λιμενική αρχή,
  • εγκεκριμένο και εφαρμόσιμο master plan,
  • προηγούμενη τεχνική και περιβαλλοντική ωρίμανση,
  • σαφείς κανόνες διακυβέρνησης και εποπτείας.

Η απουσία αυτών μετατρέπει το μοντέλο σε τυπική αναφορά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο — μια διοικητική προσαρμογή που δεν αλλάζει τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος.

Η πρόσφατη ευρωπαϊκή προσέγγιση για τους λιμένες εισάγει δεδομένα που δύσκολα μπορούν πλέον να αγνοηθούν.

Οι λιμένες:

  • αντιμετωπίζονται ως πολυλειτουργικοί βιομηχανικοί κόμβοι,
  • εντάσσονται σε ενεργειακά δίκτυα (ηλεκτροδότηση από ξηράς, εναλλακτικά καύσιμα),
  • αποκτούν ρητά χαρακτήρα διττής χρήσης (πολιτικής και στρατιωτικής),
  • και παύουν να θεωρούνται απλώς οικονομικά assets, εντασσόμενοι πλέον στον πυρήνα της ασφάλειας και ανθεκτικότητας.

Παράλληλα, η σαφής —έστω και διατυπωμένη με διπλωματική προσοχή— κατεύθυνση προς αυστηρότερη εποπτεία επενδύσεων από τρίτες χώρες σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου άνευ όρων εξωστρέφειας.

Υπό το πρίσμα αυτό, η ελληνική πολιτική για τους λιμένες δεν μπορεί παρά να προσαρμοστεί —για να επανέλθουμε— επειδή «ανάγκας και θεοί πείθονται».


6. Η γεωπολιτική διάσταση: μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα

Η Ελευσίνα εντάσσεται πλέον σε ένα ευρύτερο γεωοικονομικό πεδίο, όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα αποκτά και λιμενική διάσταση — με χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς τον Πειραιά.

Η εμπειρία του Πειραιά καταδεικνύει ότι οι λιμένες δεν αποτελούν πλέον απλώς οικονομικές υποδομές, αλλά και εργαλεία γεωοικονομικής επιρροής.

Στο πλαίσιο αυτό, η διαχείριση της Ελευσίνας απαιτεί θεσμική και πολιτική φρονιμότητα:

  • αποφυγή μονοσήμαντων εξαρτήσεων,
  • διασφάλιση διαφάνειας και ανταγωνισμού,
  • ενσωμάτωση της γεωπολιτικής διάστασης σε έναν συνεκτικό εθνικό σχεδιασμό.

Η γεωπολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής. Μπορεί όμως και να υποκαταστήσει τον ορθολογικό σχεδιασμό, εάν δεν ενταχθεί σε σαφές θεσμικό πλαίσιο.

Η διεθνής συζήτηση —όπως αποτυπώνεται και σε αναλύσεις τύπου The Economist— υπογραμμίζει ότι τα λιμάνια της Ελλάδας αποτελούν πλέον πεδίο ανταγωνισμού επιρροής και ελέγχου.

Αυτό, όμως, δεν αίρει την ανάγκη ορθολογικού σχεδιασμού. Αντιθέτως, την ενισχύει.

Η γεωπολιτική διάσταση απαιτεί:

  • θεσμική σταθερότητα,
  • σαφείς κανόνες συμμετοχής,
  • και προσεκτική ισορροπία μεταξύ ανοίγματος και ελέγχου.

Χωρίς αυτά, ο κίνδυνος δεν είναι απλώς η οικονομική αποτυχία ενός project, αλλά η ένταξή του σε ένα πεδίο ανταγωνισμών χωρίς εθνική στρατηγική αναφορά.


7. Συμπέρασμα: από την τυπική συμμόρφωση στην ουσιαστική πολιτική

Η επιλογή της υποπαραχώρησης στην Ελευσίνα κινείται, αναμφίβολα, προς μια θεσμικά ορθότερη κατεύθυνση. Δεν αρκεί, όμως, για να μετατρέψει μια προβληματική βάση σε λειτουργικό λιμενικό σύστημα.

Η ουσία παραμένει αμετάβλητη:

Δεν μπορεί να βαφτίζεται ώριμο επενδυτικό σχέδιο ένα λιμάνι που δεν έχει προηγουμένως ωριμάσει τεχνικά, περιβαλλοντικά, χρηματοδοτικά και θεσμικά.

Εάν η αρχή αυτή συνεχίσει να παρακάμπτεται, τότε η Ελευσίνα θα προστεθεί απλώς στον κατάλογο των περιπτώσεων όπου το Α-Διοίκητο του συστήματος υπερίσχυσε — ανεξαρτήτως του αν οι “μαθητευόμενοι μάγοι” αναγκάστηκαν, τελικώς, να προσαρμοστούν.