Του
Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομ. Καθ. Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η 84η σύνοδος της Επιτροπής Προστασίας Θαλάσσιου
Περιβάλλοντος (MEPC 84) του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) εξελίσσεται
σε ένα κρίσιμο, αλλά όχι καταληκτικό, επεισόδιο στη μακρά διαπραγμάτευση για
την απανθρακοποίηση της διεθνούς ναυτιλίας. Παρά τις υψηλές προσδοκίες, η
συνεδρίαση δεν φαίνεται –τουλάχιστον μέχρι στιγμής– να οδηγεί σε άμεσες
αποφάσεις. Αντιθέτως, αναδεικνύει με μεγαλύτερη σαφήνεια τις βαθιές
γεωπολιτικές και οικονομικές διαφωνίες που διατρέχουν το εγχείρημα του
λεγόμενου Net-Zero Framework.
Το βασικό διακύβευμα είναι γνωστό: ένα παγκόσμιο πλαίσιο
που θα συνδυάζει τεχνικούς κανόνες για τα καύσιμα με έναν οικονομικό μηχανισμό
τιμολόγησης των εκπομπών. Η αποτυχία υιοθέτησης του πλαισίου το 2025 μετέθεσε
το ζήτημα χρονικά, χωρίς όμως να αμβλύνει τις αντιθέσεις. Αντιθέτως, η τρέχουσα
σύνοδος επιβεβαιώνει ότι η διαφωνία δεν είναι τεχνική, αλλά βαθύτατα πολιτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, διαμορφώνονται τρία βασικά
«στρατόπεδα». Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση και μια σειρά ευάλωτων
κρατών πιέζουν για ένα συνεκτικό και φιλόδοξο παγκόσμιο πλαίσιο που να
περιλαμβάνει σαφή οικονομικά σήματα – είτε μέσω εισφοράς άνθρακα είτε μέσω
μηχανισμών συμμόρφωσης. Από την άλλη, χώρες με ισχυρά συμφέροντα σε ορυκτά
καύσιμα ή με διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες αντιτίθενται σε κάθε μορφή
παγκόσμιας τιμολόγησης, επιδιώκοντας είτε την καθυστέρηση είτε την αποδυνάμωση
του πλαισίου. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, αναδύεται μια τρίτη ομάδα, η οποία
επικαλείται τον «ρεαλισμό» και την ανάγκη ευελιξίας.
Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία τοποθετείται, de facto,
και η Ελλάδα.
Η ελληνική θέση –όπως εκφράζεται τόσο σε θεσμικό επίπεδο
όσο και από τη ναυτιλιακή κοινότητα– κινείται γύρω από μια διπλή παραδοχή: ναι
στην απανθρακοποίηση, αλλά όχι με τρόπο που να διαταράσσει την
ανταγωνιστικότητα ή να βασίζεται σε εργαλεία που θεωρούνται πρόωρα ή ανεπαρκώς
τεκμηριωμένα. Η επίκληση της «τεχνολογικής ουδετερότητας», της έλλειψης
διαθέσιμων καυσίμων και της ανάγκης επενδυτικής ασφάλειας αποτελεί τον πυρήνα
αυτής της προσέγγισης.
Ωστόσο, εδώ ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο
αυτή η στάση συνιστά μια εποικοδομητική συμβολή στη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου
πλαισίου ή, αντιθέτως, λειτουργεί –έστω και ακούσια– ως μηχανισμός
καθυστέρησης;
Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι η επίκληση του
«ρεαλισμού», όταν δεν συνοδεύεται από σαφείς και εφαρμόσιμες εναλλακτικές
προτάσεις, τείνει να οδηγεί σε παράταση της αβεβαιότητας. Και η αβεβαιότητα
αυτή δεν είναι ουδέτερη. Αντιθέτως, ενισχύει τη δυναμική περιφερειακών
πρωτοβουλιών, όπως το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών (EU ETS) ή το FuelEU
Maritime, τις οποίες η ελληνική ναυτιλία έχει επανειλημμένα επικρίνει ως πηγή
κατακερματισμού.
Εδώ εντοπίζεται μια εμφανής αντίφαση: η επιδίωξη
αποφυγής ενός παγκόσμιου μηχανισμού τιμολόγησης εκπομπών, στο όνομα της
προστασίας της ανταγωνιστικότητας, ενδέχεται να οδηγήσει ακριβώς στο αντίθετο
αποτέλεσμα, δηλαδή στην ενίσχυση πολλαπλών, μη συντονισμένων καθεστώτων.
Παράλληλα, η αμφισβήτηση των οικονομικών εργαλείων του
Net-Zero Framework υπονομεύει και την ίδια την επενδυτική ασφάλεια που η
ναυτιλιακή βιομηχανία επικαλείται. Χωρίς σαφή και προβλέψιμα σήματα
τιμολόγησης, οι επενδύσεις σε εναλλακτικά καύσιμα και τεχνολογίες καθίστανται
εκ των πραγμάτων πιο επισφαλείς.
Η Ελλάδα, ως κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη, διαθέτει το
μέγεθος και τη θεσμική βαρύτητα να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση
ενός ισορροπημένου και αποτελεσματικού πλαισίου. Αυτό προϋποθέτει, όμως, μια
μετάβαση από μια κυρίως αμυντική στάση σε μια πιο ενεργητική στρατηγική, η
οποία δεν θα περιορίζεται στην ανάδειξη των προβλημάτων, αλλά θα συμβάλλει
ουσιαστικά στη διαμόρφωση λύσεων.
Το MEPC 84 ενδέχεται να μην οδηγήσει σε άμεση κατάληξη.
Ωστόσο, θα καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν οι διαπραγματεύσεις
τους επόμενους μήνες. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η
αποφυγή «κακών» ρυθμίσεων, αλλά η ενεργός συμβολή στη διαμόρφωση ενός πλαισίου
που να συνδυάζει περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα και οικονομική βιωσιμότητα.
Διότι, τελικά, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στον «ρεαλισμό» και
τη φιλοδοξία, αλλά ανάμεσα στη διαμόρφωση των κανόνων και την παθητική
προσαρμογή σε αυτούς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου