Η αριστεία στη
ναυτική εκπαίδευση
Τις ημέρες αυτές, καθώς χιλιάδες υποψήφιοι μετά
τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού τους δελτίου και με την ανακοίνωση των διαμορφούμενων
βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρατηρούμε ότι και φέτος οι
Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού κινούνται στα ίδια με τα τελευταία χρόνια χαμηλά
επίπεδα προτίμησης. Μια εικόνα που τείνει πλέον να αποκτήσει μόνιμα
χαρακτηριστικά.
Υποστηρίζουμε ότι παρά τα συνήθως λεγόμενα, οι
χαμηλές βάσεις δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το σύμπτωμα.
Πώς είναι δυνατόν η χώρα που διαθέτει τόσο μεγάλο
εμπορικό στόλο να δυσκολεύεται να προσελκύσει τους καλύτερους σε προσόντα νέους
και νέες στις σχολές που εκπαιδεύουν τους ανθρώπους οι οποίοι θα κυβερνήσουν
αυτά τα πλοία;
Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί στους νέους αλλά
σε μεγάλο βαθμό σε αυτό που είναι και εκπέμπουν αυτές οι συγκεκριμένες εκπαιδευτικές
δομές της Ελλάδας. Προφανώς αφορά συνολικά στο αναπτυξιακό πρότυπο που διαμορφώθηκε
για τη ναυτιλία στη χώρα.
Η μεγάλη
μεταπολεμική επιτυχία
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Έλληνες
εφοπλιστές πέτυχαν, με την διακριτική συνδρομή του ελληνικού κράτους, κάτι που
ελάχιστοι θα μπορούσαν τότε να προβλέψουν. Δημιούργησαν, με διορατικότητα,
επιχειρηματικό θάρρος και διεθνή εξωστρέφεια, μια από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές
δυνάμεις στο κόσμο.
Γύρω από αυτή την επιτυχία αναπτύχθηκε, σταδιακά,
ένα ολόκληρο οικοσύστημα υπηρεσιών: εκτός από πλοιοκτησία και την πλοιοδιαχείριση,
στην αρχή, έχουμε, αυξανόμενες από τη δεκαετία του ’90 και μετά, ναυλώσεις,
ασφαλίσεις, χρηματοδότηση, νομικές υπηρεσίες, τεχνική υποστήριξη, νηογνώμονες,
εταιρείες πληροφορικής και δεκάδες ακόμη δραστηριότητες υψηλής εξειδίκευσης.
Τελευταία δε, εμφανίζεται ξανά, με φιλόδοξους στόχους, η δυνατότητα ναυπηγικής
και ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας.
Η Ελλάδα (Αττική) εμφανίζεται, δικαίως, με διεθνή
αναγνώριση ως ένα από τα σημαντικότερα ναυτιλιακά κέντρα του κόσμου.
Πρόκειται για μια επιτυχία που ανήκει πρωτίστως (με
τη διακριτική συμβολή του ελληνικού κράτους) στην ελληνική ναυτιλιακή
επιχειρηματικότητα και αξίζει να αναγνωρίζεται χωρίς επιφυλάξεις.
Η δεύτερη
μεγάλη επιτυχία
Τα τελευταία τριάντα πέντε περίπου χρόνια
προστέθηκε ένας ακόμη κρίσιμος πυλώνας.
Τα ελληνικά πανεπιστημιακά Τμήματα Ναυτιλιακών
Σπουδών και πολυτεχνικών σχολών σχετικά με τη Ναυπηγική, απέδειξαν ότι μπορούν
να παράγουν στελέχη υψηλού επιπέδου για το διεθνές ναυτιλιακό cluster.
Σήμερα, απόφοιτοί τους εργάζονται σε ελληνικές
και ξένες ναυτιλιακές επιχειρήσεις, σε διεθνείς οργανισμούς, σε τράπεζες, σε
ασφαλιστικούς οργανισμούς, σε εταιρείες logistics, σε νηογνώμονες και σε ένα
ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που στηρίζουν τη διεθνή ναυτιλία.
Δεν πρόκειται για σύμπτωση.
Είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης προσπάθειας πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, διδασκόντων, φοιτητών και της ίδιας της αγοράς, η οποία εμπιστεύθηκε τα ελληνικά πανεπιστήμια.
Η Ελλάδα, στην προκείμενη περίπτωση, απέδειξε ότι
μπορεί να παράγει ανθρώπινο κεφάλαιο διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Ο κρίκος που
λείπει
Υπάρχει όμως ένας κρίκος που όλο και περισσότερο
φαίνεται η χώρα να υστερεί.
Η ναυτική εκπαίδευση.
Εντοπίζουμε δηλαδή εδώ τη μεγάλη ελληνική
αντίφαση.
Η χώρα που πολίτες της και επιχειρήσεις της διαθέτουν
έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο, στη πλοιοκτησία και
πλοιοδιαχείριση, δεν έχει καταφέρει να καταστήσει τις Ακαδημίες Εμπορικού
Ναυτικού πόλο έλξης για τους καλύτερους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης, της χώρας αλλά και γιατί όχι διεθνώς.
Το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικό, γιατί δεν αφορά
μόνο τις ενδεχόμενες κενές θέσεις από την έλλειψη προτίμησης για τις σχολές
αυτές ή τις χαμηλές βάσεις.
Αφορά κυρίως το επίπεδο των προσδοκιών που
δημιουργεί το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα.
Το σύγχρονο πλοίο είναι σήμερα μια από τις πιο
σύνθετες τεχνολογικές εγκαταστάσεις στον κόσμο.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση, η
κυβερνοασφάλεια, οι νέες μορφές καυσίμων, η πράσινη μετάβαση, οι ολοένα
αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις και η διαχείριση πολυεθνικών πληρωμάτων
μεταβάλλουν ριζικά το επάγγελμα του ναυτικού.
Η διεθνής ναυτιλία δεν ζητά απλώς περισσότερους
αξιωματικούς. Ζητά και πολύ καλύτερα εκπαιδευμένους.
Οι νέοι όμως άνθρωποι, με υψηλότερα προσόντα, που
θα είναι ικανοί να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις, είναι προφανές ότι έχουν
και διαφορετικές προσδοκίες, από ότι οι συνάδελφοί τους στο παρελθόν.
Δεν αρκούνται σε μια υπόθεση για άμεση και
ενδεχομένως εγγυημένη επαγγελματική αποκατάσταση, μετά τις σπουδές.
Αναζητούν ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον που να
εμπνέει κύρος, ποιότητα, διεθνή προοπτική και δυνατότητες διαρκούς εξέλιξης.
Το θεσμικό
ζήτημα που αποσιωπούμε.
Είναι ίσως η πιο δύσκολη συζήτηση, για όποιον
επιλέξει να την ανοίξει, αλλά όμως αναγκαία να γίνει.
Οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού εξακολουθούν να
λειτουργούν περισσότερο ως διοικητικές δομές του Υπουργείου Ναυτιλίας και του
Λιμενικού Σώματος και λιγότερο ως σύγχρονα ακαδημαϊκά ιδρύματα.
Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Το ζήτημα δεν
αφορά τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος.
Το Λιμενικό Σώμα έχει και πρέπει να συνεχίσει να
έχει, σημαντικό ρόλο στην εποπτεία της ναυτικής εκπαίδευσης, στην εφαρμογή των
διεθνών συμβάσεων και στην πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων.
Η εποπτεία, όμως, δεν ταυτίζεται με την
ακαδημαϊκή διοίκηση. Και τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος που καλούνται να
διοικήσουν αυτές τις σχολές δεν έχουν καμιά εξειδίκευση για το management εκπαιδευτικής δομής.
Στις περισσότερες προηγμένες ναυτικές χώρες, η
κρατική αρχή πιστοποιεί και εποπτεύει. Η εκπαιδευτική διοίκηση ασκείται με
ακαδημαϊκά κριτήρια, με στόχο την ποιότητα, την καινοτομία, τη διεθνοποίηση,
την αξιολόγηση και την αριστεία.
Αυτό δεν είναι μια οργανωτική λεπτομέρεια. Είναι
διαφορετική φιλοσοφία.
Οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού δεν μπορεί να
αντιμετωπίζονται ως αποκεντρωμένες υπηρεσίες του επί τη Ναυτιλία Υπουργείου,
δια μέσω του Λιμενικού Σώματος.
Ούτε να διασπείρονται σε νησιά και περιοχές,
κατακερματισμένες σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή. Δώδεκα δημόσιες
Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού σε δώδεκα σημεία της χώρας…
Αναφερόμαστε σε ιδρύματα ανώτατης διεπιστημονικής
εκπαίδευσης, παραγωγής ανθρώπινου κεφαλαίου υψηλής εξειδίκευσης.
Ώρα για εθνικό
σχεδιασμό και στρατηγική.
Είναι η ώρα για μια νέα στρατηγική στη ναυτική
εκπαίδευση.
Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Όχι ακόμη μία
επέκταση, σε διάφορες πόλεις και νησιά, του δικτύου σχολών, με τα γνωστά
πελατειακά κριτήρια του πολιτικού μας συστήματος.
Το ζητούμενο είναι:
- Λιγότερος κατακερματισμός και περισσότερη
συγκέντρωση δυνάμεων.
- Ισχυρότερες εκπαιδευτικές μονάδες.
- Κρίσιμη μάζα εξειδικευμένου διδακτικού και
επιστημονικού προσωπικού.
- Σύγχρονα εργαστήρια και προσομοιωτές.
- Διεθνείς συνεργασίες.
- Παραγωγή γνώσης.
- Αξιολόγηση.
- και κυρίως μια νέα διοικητική κουλτούρα που θα
υπηρετεί πρωτίστως την ακαδημαϊκή αποστολή.
Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η
δημιουργία μιας Εθνικής Αρχής Ποιότητας και Στρατηγικού Σχεδιασμού της
Ναυτικής Εκπαίδευσης, η οποία θα μπορεί να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα, να
αξιολογεί, να συγκρίνει, να εισηγείται και να συνδέει την ποιότητα με τη
χρηματοδότηση και την ανάπτυξη. Η θετική εμπειρία της Εθνικής Αρχής Ανώτατης
Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) είναι ένα καλό δείγμα πρακτικής που μπορούμε να
αξιοποιήσουμε στην περίπτωσή μας.
Δεν πρόκειται για μία ακόμη δημόσια υπηρεσία. Πρόκειται
για τον θεσμό που μπορεί να δώσει για πρώτη φορά εθνική στρατηγική συνοχή στη
ναυτική εκπαίδευση.
Ένα ακόμη
μεγάλο στοίχημα της χώρας με αναφορά στη ναυτιλία.
Η Ελλάδα έχει ήδη κατακτήσει μια μοναδική θέση
στην παγκόσμια ναυτιλία.
- Διαθέτει ισχυρή πλοιοκτησία.
- Διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα διεθνώς
ναυτιλιακά clusters.
- Διαθέτει πανεπιστήμια που παράγουν στελέχη υψηλής
ποιότητας για τη διεθνή ναυτιλιακή αγορά.
Απομένει όμως ακόμη ένα σημαντικό βήμα.
Να αποκτήσει και ένα σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης
αντάξιο της ναυτιλιακής της υπεροχής.
Αυτό δεν αποτελεί μόνο εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Αποτελεί αναπτυξιακή επιλογή, πολιτική ανθρώπινου κεφαλαίου, πολιτική
απασχόλησης και εθνική στρατηγική.
Γιατί μια μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη δεν
ολοκληρώνεται όταν διαθέτει μόνο ικανότητα πλοιοκτησίας και πλοιοδιαχείρισης.
Ολοκληρώνεται όταν διαθέτει και τις καλύτερες
σχολές για τους ανθρώπους που τα καθιστούν λειτουργικά, κερδοφόρα και ασφαλή
για τη πλεύση τους.
Και αυτό είναι, ίσως, ένα ακόμη από τα μεγάλα στοιχήματα
της ελληνικής ναυτιλίας.