Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Μετά το μνημόνιο ΗΠΑ–Ιράν: η Ελλάδα και η ναυτιλία της.

Η επόμενη μέρα του μνημονίου ειρήνης ΗΠΑ–Ιράν, προφανώς και με τις όποιες επιφυλάξεις, δημιουργεί αισθήματα παγκόσμιας ανακούφισης και αισιοδοξίας. Με την ευχή να μην υπονομευθεί...

Όλοι, θεσμοί, κράτη και κοινωνίες των πολιτών, θα πρέπει ψύχραιμα να επιχειρήσουν κάποιον απολογισμό των επιλογών τους. Για την Ελλάδα π.χ. να συζητήσουμε: τι άφησε στη χώρα η εξωτερική πολιτική των τελευταίων μηνών, αν διεύρυνε και ενίσχυσε το διπλωματικό της κεφάλαιο και επιρροή και αν προστάτευσε το πιο διεθνοποιημένο εθνικό της κεφάλαιο, την ελληνική ναυτιλία.

Η απάντηση μπορεί και να μην είναι ευχάριστη. Η ελληνική ναυτιλία είναι αρκετά ισχυρή, δεν βρέθηκε τελείως εκτός παιχνιδιού, ούτε έχασε τη θέση της στις παγκόσμιες θαλάσσιες μεταφορές. Συγκυριακά μάλιστα φαίνεται να κερδίζει από την αύξηση των ναύλων. Όμως η “προστασία” από τους διεθνείς κανόνες και θεσμούς, με την συνδρομή του ελληνικού κράτους, δεν μετριέται από το αν και ποια πλοία πέρασαν, αν κάποιοι ναύλοι αυξήθηκαν ή αν κάποιοι πλοιοκτήτες κέρδισαν σε αυτή τη φάση από την αναστάτωση. Η πραγματική προστασία ενός παγκόσμιου εμπορικού στόλου απαιτεί κάτι βαθύτερο: διπλωματικό κεφάλαιο, ανοιχτούς διαύλους, δυνατότητα συνομιλίας με όλες τις πλευρές και ικανότητα της χώρας να μη μετατρέπεται σε δεδομένο συμπλήρωμα στρατηγικών άλλων.

Υπό αυτή την έννοια ας επιχειρήσουμε κάποιες αρχικές σκέψεις/παρατηρήσεις:

·       Η Ελλάδα, δεν επέλεξε να αξιοποιήσει τη θέση της ως ευρωπαϊκή, ναυτιλιακή και μεσογειακή χώρα.

·       Επέλεξε μια σχεδόν πλήρη πολιτική ευθυγράμμιση με τον αμερικανοϊσραηλινό άξονα.

Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως συμμετοχή στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Μόνο που η Ιστορία, όπως συνήθως, δεν επιβεβαιώνει εύκολα τα συνθήματα. Οι ΗΠΑ, αφού επένδυσαν στη στρατιωτική πίεση, κατέληξαν τελικά σε διαπραγμάτευση. Το Ιράν, παρά το κόστος, δεν κατέρρευσε. Τα Στενά του Ορμούζ δεν επέστρεψαν απλώς στην προηγούμενη κανονικότητα. Το Ισραήλ και για να είμαστε σαφείς η πολιτική του κου Νετανιάχου, φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως, τουλάχιστον, προβληματική για τις διεθνείς επιλογές και σε μια μορφή σχετικής απομόνωσης… Και η περιοχή εισέρχεται σε μια νέα φάση αβέβαιων ισορροπιών.

Η Ελλάδα τι κέρδισε από τη στάση της αυτούς τους 3 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες;

Αν επιχειρήσουμε μια καταγραφή θα είναι ελάχιστα τα εμφανή και ορατά οφέλη. Εκείνο όμως που μπορούμε να διακρίνουμε είναι ότι, “φορτώθηκε” η χώρα με πρόσθετο γεωπολιτικό ρίσκο, μείωσε τα περιθώρια διαμεσολάβησης και έδειξε ότι δυσκολεύεται να διακρίνει τη συμμαχική συνέπεια από τη στρατηγική αυτοϋπονόμευσης. Άλλο πράγμα να τοποθετείσαι στη Δύση και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλο να συμπεριφέρεσαι σαν να μην έχεις συνείδηση της δική σου γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας αλλά και σε κάθε περίπτωση τη δική σου ναυτιλία, δική σου γεωγραφία και δικές σου ιστορικές σχέσεις με τον αραβικό και περσικό κόσμο.

Το πιο ανησυχητικό όμως από όλα, είναι ότι η ελληνική στάση δεν διαμορφώθηκε ως μέρος μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής. Δεν φάνηκε να υπηρετεί μια συνεκτική αντίληψη για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, την ενεργειακή σταθερότητα, τη ναυτιλιακή ουδετερότητα και τον ρόλο της Ευρώπης ως δύναμης ειρήνης. Αντιθέτως, έμοιαζε να ακολουθεί τον συνήθη πειρασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: να αποδεικνύει διαρκώς στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, ότι είναι απολύτως πρόθυμη, διαθέσιμη και προβλέψιμη.

Δεν μας εκφράζει η σχολή σκέψης που για οτιδήποτε πρέπει να εμπλέκει και τους γείτονές μας, αλλά έχει ενδιαφέρον να συζητήσουμε τις επιλογές της Τουρκίας να κινηθεί διαφορετικά. Χωρίς να εγκαταλείψει τις δικές της αντιφάσεις, κράτησε διαύλους, μίλησε με όλες τις πλευρές, κατήγγειλε ρητορικά το Ισραήλ, συνομιλούσε με την Ουάσιγκτον και διατήρησε ρόλο χρήσιμου μεσολαβητή. Στην ουσία παρακολούθησε προσεκτικά και σε διαφορετική κλίμακα, αυτό που επιχείρησε το Πακιστάν. Προφανώς και είναι λάθος να εξιδανικεύσει κανείς την τουρκική πολιτική, αλλά δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε σε πρώτη τουλάχιστον ανάγνωση ότι, σε αυτό το πεδίο, η Άγκυρα με την ισλαμική επικράτηση στο εσωτερικό της, ισορρόπησε, παρά τις εγγενείς αγκυλώσεις, περισσότερο λειτουργικά από την Αθήνα ως προς τη σημασία της διπλωματικής ευελιξίας.

Θα επιχειρήσουμε να δούμε σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο τι μπορεί να σημαίνουν αυτά για την ελληνική ναυτιλία. Φαίνεται ότι βρέθηκε να εξαρτάται περισσότερο από τις αποφάσεις τρίτων παρά από την ενεργητική προστασία της ελληνικής πολιτείας. Το Ορμούζ άνοιξε, τα πλοία ελληνικών συμφερόντων μπορούν να κινηθούν και οι ναυτικοί τους (Έλληνες και μη) να “απελευθερωθούν” από το ιδιότυπο καθεστώς “αιχμαλώτων πολέμου” που στην ουσία βρέθηκαν, όχι γιατί η Ελλάδα άσκησε κάποια ειδική επιρροή ή επειδή έκανε κάποια παρέμβαση σε διεθνές επίπεδο. Αν σήμερα έχουμε μια αισιόδοξη προσδοκία ότι οι ναυτιλιακοί κίνδυνοι μειώνονται, είναι επειδή ΗΠΑ και Ιράν έφτασαν σε αυτόν το προσωρινό, μεν αλλά, συμβιβασμό, δε. Αν αύριο υπάρξουν τέλη διέλευσης, νέοι περιορισμοί, ασφαλιστικές επιβαρύνσεις ή επιλεκτικές πιέσεις σε πλοία χωρών που θεωρήθηκαν εχθρικές, η Ελλάδα υπάρχει κίνδυνος να έχει κάπως περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης από όση θα είχε αν είχε κρατήσει πολυδιάστατη στάση.

Η κυβέρνηση μπορεί να ισχυριστεί ότι κινήθηκε στο πλαίσιο των συμμαχιών της. Αυτό δεν είναι λάθος. Αλλά δεν αρκεί. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι τελετή δηλώσεων νομιμοφροσύνης. Είναι τέχνη διαχείρισης συμφερόντων, κινδύνων και μελλοντικών συσχετισμών. Και σε αυτή την τέχνη, η Ελλάδα εμφανίστηκε περισσότερο ως ακόλουθος παρά ως χώρα με αυτοτελή στρατηγική.

Συνήθως σε τέτοιες συζητήσεις κάποιοι/ες επιλέγουν να θέτουν το “αθώο” ερώτημα, αν η Ελλάδα έπρεπε να κρατήσει μια στάση πιο φιλοϊρανική. Προφανώς και η χώρα μας πρέπει να είναι από θέση αρχής υποστηρικτής των δημοκρατικών λειτουργιών των κοινωνιών, κάτι που δεν έχει σχέση με το καθεστώς αυτής της χώρας. Αυτό που θέτουμε προς συζήτηση είναι γιατί η Ελλάδα θα έπρεπε να γίνει τόσο μονομερώς προβλέψιμη; Αν έπρεπε να αγνοήσει ότι η ναυτιλία της κινείται σε όλες τις θάλασσες, συναλλάσσεται με όλες τις αγορές και χρειάζεται ασφάλεια όχι μόνο από φίλους, αλλά και από αντιπάλους. Αν έπρεπε να απομακρυνθεί τόσο εύκολα από την παράδοση μιας πιο σύνθετης μεσογειακής διπλωματίας.

Η επόμενη μέρα του μνημονίου ΗΠΑ–Ιράν αφήνει στην Ελλάδα ένα μάθημα που δεν πρέπει να χαθεί: οι μεγάλες δυνάμεις πολεμούν, πιέζουν, διαπραγματεύονται και τελικά αλλάζουν γραμμή όταν το συμφέρον τους το απαιτεί. Οι μικρότερες χώρες, αν δεν προσέχουν, μένουν στο κενό και φορτώνονται το κόστος, των πριν την συμφωνία επιλογών και συμπεριφορών τους.

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία διαθέτει μεγάλη ναυτιλιακή παρουσία στον κόσμο, αυτό είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Η ναυτιλία δεν προστατεύεται με συνθήματα και ανούσιε κολακείες σε παράγοντες της πλοιοκτησίας, ούτε με οπερετικές επιδείξεις γεωπολιτικής αυτοπεποίθησης. Προστατεύεται με σοβαρότητα, ευρωπαϊκή πυξίδα, διπλωματική αυτονομία και ικανότητα να μιλάς ακόμη και με εκείνους με τους οποίους διαφωνείς.

Αν κάτι αποδείχθηκε, είναι ότι η «σωστή πλευρά της Ιστορίας» δεν μπορεί να είναι άλλοθι για λάθος ανάγνωση της πραγματικότητας. Και η ελληνική ναυτιλία χρειάζεται κράτος που να προβλέπει, όχι κυβέρνηση που απλώς ευθυγραμμίζεται.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Η ναυτιλία φαίνεται να αλλάζει πορεία: Η Ελλάδα πως θα πορευτεί;

 
Στην Εφημερίδα των Συντακκτών (17-06-2026) (https://www.efsyn.gr/stiles/1407510/i-naytilia-fainetai-na-allazei-poreia-i-ellada-pos-tha-poreytei/).

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη
Ομότιμου Καθηγητή
Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η ολοκλήρωση της συνεδρίασης MEPC 84 του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) δεν έδωσε οριστικές απαντήσεις για το μέλλον της απανθρακοποίησης της ναυτιλίας. Έδωσε όμως ένα εξαιρετικά χρήσιμο πολιτικό συμπέρασμα: παρά τις πιέσεις, τις αναβολές και τις αντιστάσεις, η μετάβαση δεν σταματά.

Το Net-Zero Framework δεν κατέρρευσε. Παρέμεινε το μοναδικό παγκόσμιο πλαίσιο πάνω στο οποίο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις. Το μπλοκ των χωρών, που αντιδρούν σε κάθε ουσιαστικό μηχανισμό περιορισμού των εκπομπών, δεν κατάφερε να το ακυρώσει. Προφανώς όμως κατάφερε να κερδίσει χρόνο.

Ας προσπαθήσουμε να είμαστε σαφείς.

Η σχετική αυτή αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον το αν η ναυτιλία θα κληθεί να μειώσει δραστικά τις εκπομπές της. Αυτό έχει ήδη αποφασιστεί. Αφορά τον τρόπο, την ταχύτητα και το ποιος θα καθορίσει τους κανόνες της μετάβασης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιλέξει να κινηθεί μπροστά. Με το ETS, το FuelEU Maritime και πλέον με τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής βιομηχανικής στρατηγικής για τη ναυτιλία, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής. Ούτε τέλειο είναι ούτε απαλλαγμένο από αδυναμίες. Όμως υπάρχει.

Επί αυτού του θέματος μπαίνουν τα σκληρά ερωτήματα.

Γιατί ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι παρά τις αδυναμίες της, η ευρωπαϊκή πρόταση, παραμένει η μόνη ολοκληρωμένη και εφαρμόσιμη βάση συζήτησης που βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι. Αντίθετα, οι εναλλακτικές, που προβάλλονται στο όνομα του «ρεαλισμού», δεν συνιστούν πραγματική εναλλακτική πολιτική.

Συνιστούν όντως μια λειτουργική τακτική αναβολής της πολιτικής απόφασης.

Έτσι όμως δεν δίνεται απάντηση στο προκλητικά ξεροκέφαλο ερώτημα:

Αν όχι το Net-Zero Framework, τότε τι;

Αν όχι κάποιο οικονομικό σήμα προς την αγορά, ποιος ακριβώς μηχανισμός θα κινητοποιήσει τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων που απαιτούνται για νέα καύσιμα, νέες τεχνολογίες και νέες υποδομές;

Αν όχι ένα παγκόσμιο πλαίσιο, γιατί υπονομεύεται διαρκώς το μοναδικό παγκόσμιο πλαίσιο που βρίσκεται σήμερα υπό διαπραγμάτευση;

Η αντίφαση είναι εμφανής. Όσοι υποστηρίζουν ότι χρειάζονται παγκόσμιες λύσεις, αντιδρούν στα εργαλεία που μπορούν να τις καταστήσουν εφικτές. Όσοι καταγγέλλουν τον κατακερματισμό των κανονισμών, συμβάλλουν στη διαιώνιση του αδιεξόδου που τον τροφοδοτεί.

Η ιστορία των τελευταίων ετών είναι αποκαλυπτική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προχώρησε σε περιφερειακές ρυθμίσεις επειδή επιθυμούσε να επιβάλει τη βούλησή της στον υπόλοιπο κόσμο. Προχώρησε επειδή ο IMO αδυνατούσε επί χρόνια να καταλήξει σε δεσμευτικές αποφάσεις με την απαιτούμενη ταχύτητα. Η ευρωπαϊκή παρέμβαση υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα της διεθνούς αδράνειας.

Υπό αυτή την έννοια μας απασχολεί η στάση της Ελλάδας μιας και από διεθνείς παράγοντες έχουν τεθεί εύλογοι προβληματισμοί.

Η αποχή της χώρας από την κρίσιμη διαδικασία αναβολής του 2025 και η μετέπειτα στάση της, δημιούργησαν την εικόνα μιας χώρας που απομακρύνεται από την ευρωπαϊκή γραμμή και συγκλίνει πρακτικά με τη συμμαχία των χωρών που επιδιώκουν την καθυστέρηση. Δεν πρόκειται για τυπική ταύτιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Πρόκειται όμως για ένα πολιτικό αποτέλεσμα που καταγράφεται πλέον και διεθνώς.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν εξετάσουμε τον ρόλο της ελληνικής πλοιοκτησίας. Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί εθνικό κεφάλαιο και έναν από τους ισχυρότερους παραγωγικούς κλάδους της χώρας. Ακριβώς γι’ αυτό, η ευθύνη της είναι μεγαλύτερη.

Όταν η θεσμική εκπροσώπηση της πλοιοκτησίας επηρεάζει καθοριστικά την εθνική θέση, οφείλει να παρουσιάζει όχι μόνο κριτική, αλλά και εναλλακτικές λύσεις. Μέχρι σήμερα, όμως, η βασική πρόταση φαίνεται να συνοψίζεται στο «όχι ακόμη». Όχι σε εισπράξεις, όχι στην τιμολόγηση άνθρακα, όχι στις δεσμευτικές ρυθμίσεις, όχι στις περιφερειακές πρωτοβουλίες…

Η διαρκής αναβολή, όμως, μπορεί να είναι μια τακτική κάποιου ενδιαφερόμενου μέρους αλλά δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική μια χώρας.

Όταν μάλιστα η ίδια η αγορά ήδη αλλάζει. Οι ναυλωτές, οι χρηματοδότες, οι ασφαλιστές και οι μεγάλοι φορτωτές ενσωματώνουν όλο και περισσότερο κριτήρια περιβαλλοντικής επίδοσης στις αποφάσεις τους. Η μετάβαση δεν προχωρά μόνο μέσω των κανονισμών. Προχωρά και μέσω των ίδιων των αγορών.

Γι’ αυτό το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν η μετάβαση θα είναι δύσκολη. Είναι αν η Ελλάδα θα συμβάλει στη διαμόρφωσή της ή θα συνεχίσει να επενδύει στην αναβολή της.

Η ναυτιλία υπήρξε πάντοτε δύναμη προσαρμογής και καινοτομίας. Δεν της ταιριάζει ο ρόλος του ουραγού των εξελίξεων ούτε η υπεράσπιση ενός κοντόφθαλμου ωφελιμισμού που συγχέει το βραχυπρόθεσμο κόστος με το μακροπρόθεσμο συμφέρον.

Η μετάβαση θα γίνει. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που θα έχουν συμβάλει στον σχεδιασμό της ή ανάμεσα σε όσους θα κληθούν απλώς να προσαρμοστούν σε αποφάσεις που έλαβαν άλλοι χωρίς την δικής συμβολή.