Η επόμενη μέρα του μνημονίου ειρήνης ΗΠΑ–Ιράν, προφανώς
και με τις όποιες επιφυλάξεις, δημιουργεί αισθήματα παγκόσμιας ανακούφισης και
αισιοδοξίας.
Όλοι, θεσμοί, κράτη και κοινωνίες των πολιτών, θα πρέπει
ψύχραιμα να επιχειρήσουν κάποιον απολογισμό των επιλογών τους. Για την Ελλάδα
π.χ. να συζητήσουμε: τι άφησε στη χώρα η εξωτερική πολιτική των τελευταίων
μηνών, αν διεύρυνε και ενίσχυσε το διπλωματικό της κεφάλαιο και επιρροή και αν
προστάτευσε το πιο διεθνοποιημένο εθνικό της κεφάλαιο, την ελληνική ναυτιλία.
Η απάντηση μπορεί και να μην είναι ευχάριστη. Η ελληνική
ναυτιλία είναι αρκετά ισχυρή, δεν βρέθηκε τελείως εκτός παιχνιδιού, ούτε έχασε
τη θέση της στις παγκόσμιες θαλάσσιες μεταφορές. Συγκυριακά μάλιστα φαίνεται να
κερδίζει από την αύξηση των ναύλων. Όμως η “προστασία” από τους διεθνείς
κανόνες και θεσμούς, με την συνδρομή του ελληνικού κράτους, δεν μετριέται από
το αν και ποια πλοία πέρασαν, αν κάποιοι ναύλοι αυξήθηκαν ή αν κάποιοι
πλοιοκτήτες κέρδισαν σε αυτή τη φάση από την αναστάτωση. Η πραγματική προστασία
ενός παγκόσμιου εμπορικού στόλου απαιτεί κάτι βαθύτερο: διπλωματικό
κεφάλαιο, ανοιχτούς διαύλους, δυνατότητα συνομιλίας με όλες τις πλευρές και
ικανότητα της χώρας να μη μετατρέπεται σε δεδομένο συμπλήρωμα στρατηγικών άλλων.
Υπό αυτή την έννοια ας επιχειρήσουμε κάποιες αρχικές
σκέψεις/παρατηρήσεις:
·
Η Ελλάδα, δεν επέλεξε να αξιοποιήσει τη θέση της
ως ευρωπαϊκή, ναυτιλιακή και μεσογειακή χώρα.
·
Επέλεξε μια σχεδόν πλήρη πολιτική ευθυγράμμιση
με τον αμερικανοϊσραηλινό άξονα.
Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως συμμετοχή στη «σωστή
πλευρά της Ιστορίας». Μόνο που η Ιστορία, όπως συνήθως, δεν επιβεβαιώνει εύκολα
τα συνθήματα. Οι ΗΠΑ, αφού επένδυσαν στη στρατιωτική πίεση, κατέληξαν τελικά σε
διαπραγμάτευση. Το Ιράν, παρά το κόστος, δεν κατέρρευσε. Τα Στενά του Ορμούζ
δεν επέστρεψαν απλώς στην προηγούμενη κανονικότητα. Το Ισραήλ και για να
είμαστε σαφείς η πολιτική του κου Νετανιάχου, φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως,
τουλάχιστον, προβληματική για τις διεθνείς επιλογές… Και η περιοχή εισέρχεται
σε μια νέα φάση αβέβαιων ισορροπιών.
Η Ελλάδα τι κέρδισε από τη στάση της αυτούς τους 3
μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες;
Αν επιχειρήσουμε μια καταγραφή θα είναι ελάχιστα τα
εμφανή και ορατά οφέλη. Εκείνο όμως που μπορούμε να διακρίνουμε είναι ότι, “φορτώθηκε”
η χώρα με πρόσθετο γεωπολιτικό ρίσκο, μείωσε τα περιθώρια διαμεσολάβησης και
έδειξε ότι δυσκολεύεται να διακρίνει τη συμμαχική συνέπεια από τη
στρατηγική αυτοϋπονόμευσης. Άλλο πράγμα να τοποθετείσαι στη Δύση και
στην Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλο να συμπεριφέρεσαι σαν να μην έχεις συνείδηση της
δική σου γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας αλλά και σε κάθε περίπτωση τη δική σου
ναυτιλία, δική σου γεωγραφία και δικές σου ιστορικές σχέσεις με τον αραβικό και
περσικό κόσμο.
Το πιο ανησυχητικό όμως από όλα, είναι ότι η ελληνική
στάση δεν διαμορφώθηκε ως μέρος μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής. Δεν φάνηκε να
υπηρετεί μια συνεκτική αντίληψη για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, την
ενεργειακή σταθερότητα, τη ναυτιλιακή ουδετερότητα και τον ρόλο της Ευρώπης ως
δύναμης ειρήνης. Αντιθέτως, έμοιαζε να ακολουθεί τον συνήθη πειρασμό της
ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: να αποδεικνύει διαρκώς στις ΗΠΑ και στο
Ισραήλ, ότι είναι απολύτως πρόθυμη, διαθέσιμη και προβλέψιμη.
Δεν μας εκφράζει η σχολή σκέψης που για οτιδήποτε πρέπει
να εμπλέκει και τους γείτονές μας, αλλά έχει ενδιαφέρον να συζητήσουμε τις
επιλογές της Τουρκίας να κινηθεί διαφορετικά. Χωρίς να εγκαταλείψει τις δικές
της αντιφάσεις, κράτησε διαύλους, μίλησε με όλες τις πλευρές, κατήγγειλε
ρητορικά το Ισραήλ, συνομιλούσε με την Ουάσιγκτον και διατήρησε ρόλο χρήσιμου
μεσολαβητή. Στην ουσία παρακολούθησε προσεκτικά και σε διαφορετική κλίμακα, αυτό
που επιχείρησε το Πακιστάν. Προφανώς και είναι λάθος να εξιδανικεύσει κανείς
την τουρκική πολιτική, αλλά δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε σε πρώτη
τουλάχιστον ανάγνωση ότι, σε αυτό το πεδίο, η Άγκυρα με την ισλαμική επικράτηση
στο εσωτερικό της, ισορρόπησε, παρά τις εγγενείς αγκυλώσεις, περισσότερο
λειτουργικά από την Αθήνα ως προς τη σημασία της διπλωματικής ευελιξίας.
Θα επιχειρήσουμε να δούμε σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο τι
μπορεί να σημαίνουν αυτά για την ελληνική ναυτιλία. Φαίνεται ότι βρέθηκε να
εξαρτάται περισσότερο από τις αποφάσεις τρίτων παρά από την ενεργητική
προστασία της ελληνικής πολιτείας. Το Ορμούζ άνοιξε, τα πλοία ελληνικών
συμφερόντων μπορούν να κινηθούν και οι ναυτικοί τους (Έλληνες και μη) να “απελευθερωθούν”
από το ιδιότυπο καθεστώς “αιχμαλώτων πολέμου” που στην ουσία βρέθηκαν, όχι
γιατί η Ελλάδα άσκησε κάποια ειδική επιρροή ή επειδή έκανε κάποια παρέμβαση σε
διεθνές επίπεδο. Αν σήμερα έχουμε μια αισιόδοξη προσδοκία ότι οι ναυτιλιακοί
κίνδυνοι μειώνονται, είναι επειδή ΗΠΑ και Ιράν έφτασαν σε αυτόν το προσωρινό,
μεν αλλά, συμβιβασμό, δε. Αν αύριο υπάρξουν τέλη διέλευσης, νέοι περιορισμοί,
ασφαλιστικές επιβαρύνσεις ή επιλεκτικές πιέσεις σε πλοία χωρών που θεωρήθηκαν
εχθρικές, η Ελλάδα υπάρχει κίνδυνος να έχει κάπως περιορισμένη δυνατότητα
παρέμβασης από όση θα είχε αν είχε κρατήσει πολυδιάστατη στάση.
Η κυβέρνηση μπορεί να ισχυριστεί ότι κινήθηκε στο
πλαίσιο των συμμαχιών της. Αυτό δεν είναι λάθος. Αλλά δεν αρκεί. Η εξωτερική
πολιτική δεν είναι τελετή δηλώσεων νομιμοφροσύνης. Είναι τέχνη διαχείρισης
συμφερόντων, κινδύνων και μελλοντικών συσχετισμών. Και σε αυτή την τέχνη, η
Ελλάδα εμφανίστηκε περισσότερο ως ακόλουθος παρά ως χώρα με αυτοτελή στρατηγική.
Συνήθως σε τέτοιες συζητήσεις κάποιοι/ες επιλέγουν να
θέτουν το “αθώο” ερώτημα, αν η Ελλάδα έπρεπε να κρατήσει μια στάση πιο φιλοϊρανική.
Προφανώς και η χώρα μας πρέπει να είναι από θέση αρχής υποστηρικτής των
δημοκρατικών λειτουργιών των κοινωνιών, κάτι που δεν έχει σχέση με το καθεστώς
αυτής της χώρας. Αυτό που θέτουμε προς συζήτηση είναι γιατί η Ελλάδα θα έπρεπε
να γίνει τόσο μονομερώς προβλέψιμη; Αν έπρεπε να αγνοήσει ότι η ναυτιλία της
κινείται σε όλες τις θάλασσες, συναλλάσσεται με όλες τις αγορές και χρειάζεται
ασφάλεια όχι μόνο από φίλους, αλλά και από αντιπάλους. Αν έπρεπε να
απομακρυνθεί τόσο εύκολα από την παράδοση μιας πιο σύνθετης μεσογειακής
διπλωματίας.
Η επόμενη μέρα του μνημονίου ΗΠΑ–Ιράν αφήνει στην Ελλάδα
ένα μάθημα που δεν πρέπει να χαθεί: οι μεγάλες δυνάμεις πολεμούν, πιέζουν,
διαπραγματεύονται και τελικά αλλάζουν γραμμή όταν το συμφέρον τους το απαιτεί.
Οι μικρότερες χώρες, αν δεν προσέχουν, μένουν στο κενό και φορτώνονται το
κόστος, των πριν την συμφωνία επιλογών και συμπεριφορών τους.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία διαθέτει μεγάλη
ναυτιλιακή παρουσία στον κόσμο, αυτό είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Η ναυτιλία
δεν προστατεύεται με συνθήματα και ανούσιε κολακείες σε παράγοντες της
πλοιοκτησίας, ούτε με οπερετικές επιδείξεις γεωπολιτικής αυτοπεποίθησης.
Προστατεύεται με σοβαρότητα, ευρωπαϊκή πυξίδα, διπλωματική αυτονομία και
ικανότητα να μιλάς ακόμη και με εκείνους με τους οποίους διαφωνείς.
Αν κάτι αποδείχθηκε, είναι ότι η «σωστή πλευρά της Ιστορίας» δεν μπορεί να
είναι άλλοθι για λάθος ανάγνωση της πραγματικότητας. Και η ελληνική ναυτιλία
χρειάζεται κράτος που να προβλέπει, όχι κυβέρνηση που απλώς ευθυγραμμίζεται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου